🔺— Το χρέος του συζύγου είναι και χρέος της γυναίκας, πλήρωσε, — δήλωσε η πεθερά. Η Βέρα έβγαλε ένα μόνο φύλλο χαρτί και το χαμόγελο εξαφανίστηκε αμέσως από το πρόσωπο της επισκέπτριας…

Η Βέρα τακτοποιούσε τα φλιτζάνια στην κουζίνα, όταν η πεθερά της κάθισε στο τραπέζι με τόση αυτοπεποίθηση, λες και είχε έρθει στο δικό της σπίτι.

Η επισκέπτρια ίσιωσε το βραχιόλι της, κοίταξε τα ράφια και μόρφασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

Η Βέρα προσποιήθηκε πως δεν πρόσεξε τη γκριμάτσα της.

— Τσάι ή καφέ; — ρώτησε απαλά η Βέρα.

— Έχω και γλυκά, τα αγόρασα το πρωί.

— Καλύτερα να καθίσεις, πρέπει να μιλήσουμε, — η Ταμάρα χτύπησε με το νύχι της την επιφάνεια του τραπεζιού.

— Είναι σοβαρή συζήτηση, να ξέρεις.

— Σας ακούω με όλη μου την προσοχή, — η Βέρα έβαλε τον βραστήρα και κάθισε απέναντί της.

— Μόνο μη με τρομάζετε από την πόρτα, σήμερα είμαι σε καλή διάθεση.

— Ο Ιγκόρ μπλέχτηκε σε χρέη, — πέταξε η Ταμάρα χωρίς καμία εισαγωγή.

— Σε μεγάλο χρέος.

— Και τώρα το αγόρι μου έχει βουλιάξει μέχρι τον λαιμό.

Η Βέρα ένωσε ήρεμα τα χέρια της πάνω στο τραπέζι και έγνεψε.

Εδώ και μία εβδομάδα ένιωθε πως ο άντρας της κυκλοφορούσε σκυθρωπός και απέφευγε το βλέμμα της.

Ώστε αυτό ήταν.

— Ξέρω ότι ο Ιγκόρ περνάει δύσκολα, — είπε η Βέρα.

— Είμαι έτοιμη να βοηθήσω να ξεκαθαρίσουμε τι συνέβη, από πού προέκυψε το χρέος και πώς μπορεί να εξοφληθεί.

— Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

— Με τη σειρά θέλει, — φύσηξε περιφρονητικά η πεθερά.

— Εδώ όλα είναι απλά σαν δύο και δύο κάνουν τέσσερα.

— Το χρέος του άντρα είναι και χρέος της γυναίκας.

— Είσαι παντρεμένη;

— Είσαι.

— Άρα, πλήρωσε.

Η Βέρα χαμογέλασε χωρίς να υψώσει τη φωνή και έσπρωξε το πιατάκι προς την επισκέπτρια.

Μια παλιά αλήθεια λέει ότι η βιασύνη είναι καλή μόνο όταν κυνηγάς ψύλλους, κι εδώ δεν υπήρχε λόγος να βιαστεί κανείς.

— Ταμάρα Σεργκέγεβνα, — είπε υπομονετικά, — ας μάθουμε πρώτα το ποσό και την αιτία.

— Και ύστερα θα αποφασίσουμε ποιος χρωστάει τι και σε ποιον.

— Τι υπάρχει να μάθουμε! — ύψωσε τη φωνή η επισκέπτρια.

— Η οικογένεια πρέπει να σηκώνει μαζί το βάρος!

— Εγώ μεγάλωσα τον γιο μου, έμεινα άγρυπνη νύχτες ολόκληρες, και τώρα εσύ θα στραβώνεις τη μύτη σου;

— Δεν στραβώνω τη μύτη μου, — απάντησε ήρεμα η Βέρα.

— Κάνω απλές ερωτήσεις.

— Είναι λογικό, συμφωνείτε;

Η πεθερά έσφιξε τα χείλη της και άρχισε να χτυπά τα δάχτυλά της πιο γρήγορα πάνω στο τραπέζι.

Ήταν φανερό ότι οι ερωτήσεις την ενοχλούσαν περισσότερο από οποιαδήποτε άρνηση.

— Ο Ιγκόρ υποσχέθηκε να βοηθήσει τη Λαρίσα με το εγχείρημά της, — ξεστόμισε απρόθυμα η επισκέπτρια.

— Της έδωσε χρήματα, αλλά δεν τα είχε.

— Έτσι, δανείστηκε από κάποιους ανθρώπους.

— Καλούς ανθρώπους, γνωστούς, μη βάλεις τίποτα κακό στο μυαλό σου.

— Δηλαδή, τα χρήματα πήγαν στην κόρη σας, — διευκρίνισε ήρεμα η Βέρα.

— Αλλά πρέπει να τα επιστρέψω εγώ.

— Ενδιαφέρουσα λογική.

— Μη διαστρεβλώνεις τα λόγια μου! — ούρλιαξε η πεθερά.

— Η Λαρίσα είναι αίμα μας.

— Εσύ δεν έκλεισες ούτε χρόνο στην οικογένεια και ήδη μετράς τα ξένα ψιλά.

Η Βέρα έβαλε τσάι και έσπρωξε την κούπα προς την επισκέπτρια.

Διατήρησε ήπιο τόνο, παρόλο που μέσα της άρχιζε ήδη να βράζει ένα γνώριμο συναίσθημα.

— Δεν μετράω ψιλά, αλλά τη δικαιοσύνη, — είπε η Βέρα με ένα ελαφρύ χαμόγελο.

— Αυτά, ξέρετε, είναι δύο διαφορετικά είδη μαθηματικών.

— Ας περιμένουμε τον Ιγκόρ και ας μιλήσουμε οι τρεις μας.

— Ο Ιγκόρ θα κάνει ό,τι του πει η μητέρα του, — έκοψε απότομα η Ταμάρα.

— Κι εσύ να το συνηθίσεις.

— Αφού μπήκες στην οικογένεια, θα κουβαλάς τον σταυρό μαζί με όλους.

— Ο σταυρός είναι, φυσικά, μια όμορφη μεταφορά, — έγνεψε η Βέρα.

— Μόνο που, για κάποιο λόγο, τον δίνετε αποκλειστικά σε μένα.

— Όλοι οι άλλοι πηγαίνουν χωρίς κανένα βάρος.

Η Ταμάρα ήπιε μια γουλιά τσάι, κάηκε και ακούμπησε απότομα την κούπα στο τραπέζι.

Τα μάτια της στένεψαν, και η Βέρα κατάλαβε ότι το ειρηνικό μέρος της συζήτησης είχε τελειώσει πριν προλάβει να αρχίσει πραγματικά.

— Μου αντιμιλάς με θράσος; — σύριξε η επισκέπτρια.

— Θα μπορούσα να είμαι μητέρα σου.

— Σας απαντώ, — τη διόρθωσε η Βέρα.

— Η διαφορά είναι λεπτή, αλλά σημαντική.

— Ελπίζω να βρούμε λύση χωρίς φωνές.

Δύο ημέρες αργότερα, η οικογένεια του συζύγου συγκεντρώθηκε σε ένα καφέ, όπου κάλεσαν τη Βέρα για να «συζητήσουν τα πάντα σαν άνθρωποι».

Στο στρογγυλό τραπέζι καθόταν ήδη η Λαρίσα, και δίπλα της η θεία Ζόγια, μια γυναίκα με διαπεραστικό βλέμμα και δυνατή φωνή.

Ο Ιγκόρ είχε μαζευτεί στην άκρη και προσπαθούσε να μην κοιτάξει τη γυναίκα του.

— Να και το αστέρι μας, — τραγούδησε ειρωνικά η Λαρίσα μόλις κάθισε η Βέρα.

— Ακούσαμε, ακούσαμε πόσο αγενής ήσουν με τη μαμά.

— Γεια σου, Λαρίσα, — έγνεψε η Βέρα.

— Βλέπω πως τα νέα σε εσάς ταξιδεύουν γρηγορότερα από ό,τι φτάνουν οι λογαριασμοί.

— Μην το παίζεις έξυπνη, — παρενέβη η θεία Ζόγια.

— Μαζευτήκαμε εδώ για να λύσουμε το ζήτημα του χρέους.

— Οικογενειακά.

— Εξαιρετικά, — είπε η Βέρα.

— Οικογενειακά σημαίνει όλοι μαζί.

— Άρα, θα συνεισφέρουμε όλοι.

— Συμφωνώ να πληρώσω το μερίδιό μου.

Για λίγες στιγμές επικράτησε αμηχανία γύρω από το τραπέζι.

Η Λαρίσα αντάλλαξε ένα βλέμμα με τη θεία της, ενώ ο Ιγκόρ βύθισε τα μάτια του στον κατάλογο, λες και ήταν γραμμένη εκεί η σωτηρία του.

— Ποιο μερίδιο; — συνοφρυώθηκε η θεία Ζόγια.

— Είσαι η σύζυγος.

— Εσύ θα πληρώσεις όλο το ποσό.

— Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, — η Βέρα χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της.

— Τα χρήματα πήγαν στη Λαρίσα, ο Ιγκόρ τα δανείστηκε, κι όμως για κάποιο λόγο πρέπει να πληρώσει ο άνθρωπος που ήταν πιο μακριά από αυτά.

— Επειδή έτσι πρέπει! — εξαγριώθηκε η Λαρίσα.

— Η γυναίκα είναι υποχρεωμένη να καλύπτει τον άντρα της.

— Τι συμβαίνει, δεν τον αγαπάς;

— Η αγάπη και το πορτοφόλι είναι γείτονες, αλλά δεν είναι δίδυμα, — απάντησε ήρεμα η Βέρα.

— Ιγκόρ, πες τουλάχιστον μια λέξη.

— Δική σου ιστορία είναι, άλλωστε.

Ο Ιγκόρ σήκωσε τα μάτια, δίστασε και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.

Η θεία Ζόγια ανέλαβε αμέσως την πρωτοβουλία και χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι.

— Γιατί τον πιέζεις; — γάβγισε.

— Δεν βλέπεις ότι το αγόρι δυσκολεύεται;

— Κι εσύ του κάνεις και ανάκριση.

— Δεν τον πιέζω, ρωτάω τον άντρα μου για το δικό του χρέος, — είπε η Βέρα.

— Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό για μια σύζυγο.

— Ή μήπως η σύζυγος πρέπει μόνο να σωπαίνει και να πληρώνει;

— Ακριβώς, να σωπαίνει! — πέταξε η Λαρίσα.

— Βγάλε τα χρήματα και ας τελειώνουμε με αυτό.

— Γιατί κάνεις έτσι σαν μικρό κορίτσι;

Η Βέρα ήπιε αργά μια γουλιά νερό και κοίταξε όλους όσοι κάθονταν γύρω από το τραπέζι.

Η υπομονή της άντεχε ακόμη, αλλά η ελπίδα για μια λογική συζήτηση έλιωνε μπροστά στα μάτια της.

— Ας μιλήσουμε ειλικρινά, — είπε.

— Ποιος από εσάς είναι έτοιμος να συνεισφέρει έστω και ένα ρούβλι;

— Σηκώστε τα χέρια.

Κανείς δεν κουνήθηκε.

Η Λαρίσα άρχισε να εξετάζει την πετσέτα της, η θεία Ζόγια στράφηκε προς το παράθυρο και ο Ιγκόρ έκρυψε τα χέρια του κάτω από το τραπέζι.

— Να και όλη η απάντηση, — έγνεψε η Βέρα.

— Όλοι ενωμένοι σαν ένας άνθρωπος.

— Η Βέρα πρέπει να πληρώσει και η οικογένεια θα τη στηρίζει ηθικά.

— Μας κοροϊδεύεις; — η Λαρίσα ύψωσε τόσο πολύ τη φωνή της, ώστε οι άνθρωποι στα διπλανά τραπέζια γύρισαν να κοιτάξουν.

— Σου μιλάμε με το καλό κι εσύ το παίζεις σπουδαία!

— Δεν το παίζω σπουδαία, — απάντησε ατάραχη η Βέρα.

— Απλώς δεν καταλαβαίνω γιατί το πορτοφόλι κάποιου άλλου σας φαίνεται σαν πηγάδι χωρίς πάτο.

— Συνέχισε να κάνεις την έξυπνη και θα δεις πού θα καταλήξεις, — μουρμούρισε η θεία Ζόγια.

— Θα μείνεις μόνη, χωρίς οικογένεια και χωρίς υποστήριξη.

— Τότε θα κλάψεις.

— Ευχαριστώ για την πρόβλεψη, — χαμογέλασε η Βέρα.

— Την κατέγραψα στο σημειωματάριό μου με τις προφητείες.

— Αν βγει αληθινή, θα σας τηλεφωνήσω πρώτη.

Η λύση πλησίαζε στο εξοχικό, όπου είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι συγγενείς με την πρόφαση ότι θα έψηναν κρέας.

Στη βεράντα, η Ταμάρα καθόταν ήδη στην κεφαλή του τραπεζιού.

Δίπλα της βρίσκονταν η Λαρίσα, η θεία Ζόγια και ένας άγνωστος στη Βέρα άντρας, που συστήθηκε ως ο Όλεγκ, φίλος της οικογένειας.

— Τώρα είναι όλοι εδώ, — ανακοίνωσε πανηγυρικά η Ταμάρα.

— Θα κλείσουμε αυτό το ζήτημα μια για πάντα.

— Ακούγεται σαν τελεσίγραφο, — παρατήρησε η Βέρα καθώς καθόταν.

— Τουλάχιστον μου αρέσει η ειλικρίνεια.

— Σας ακούω.

— Ο Όλεγκ είναι άνθρωπος που γνωρίζει, — η πεθερά έγνεψε προς τον επισκέπτη.

— Θα σου εξηγήσει πώς λειτουργούν τα πράγματα στις φυσιολογικές οικογένειες.

— Στις φυσιολογικές οικογένειες, — άρχισε με σοβαρότητα ο Όλεγκ, — η γυναίκα ευθύνεται για τις υποχρεώσεις του άντρα της.

— Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι παράδοση.

— Παράδοση είναι να τρώμε τηγανίτες στη Μασλένιτσα, — αντέτεινε ήρεμα η Βέρα.

— Τα χρέη είναι θέμα συμφωνιών.

— Εγώ και ο Ιγκόρ είχαμε άλλες συμφωνίες.

— Τι συμφωνίες; — εξαγριώθηκε η Λαρίσα.

— Παντρεύτηκες, δεν υπέγραψες συμβόλαιο!

Η Βέρα έβγαλε ήρεμα έναν φάκελο από την τσάντα της και τον ακούμπησε στο τραπέζι.

Η πεθερά τού έριξε μια περιφρονητική ματιά, αλλά στα μάτια της πέρασε μια λάμψη ανησυχίας.

— Εδώ ακριβώς κάνετε λάθος, — είπε η Βέρα.

— Υπέγραψα και συμβόλαιο.

— Τι χαρτιά είναι πάλι αυτά; — φύσηξε η θεία Ζόγια.

— Πάλι τσίρκο θα κάνεις;

— Είναι προγαμιαίο συμβόλαιο, — απάντησε η Βέρα ανοίγοντας τον φάκελο.

— Το υπογράψαμε με τον Ιγκόρ αμέσως μετά τον γάμο.

— Είναι γραμμένο ξεκάθαρα, μαύρο σε άσπρο, ότι ο καθένας έχει τη δική του περιουσία και τις δικές του υποχρεώσεις.

Στη βεράντα έπεσε απόλυτη σιωπή.

Ο Όλεγκ τέντωσε τον λαιμό του, κοίταξε τα έγγραφα και ακούμπησε αργά την πλάτη του στην καρέκλα.

— Τα χρέη που αναλαμβάνει ο ένας σύζυγος, — συνέχισε ήρεμα η Βέρα, — παραμένουν προσωπικά χρέη αυτού του συζύγου.

— Δεν υπάρχει τίποτα σαν «το χρέος του άντρα είναι χρέος της γυναίκας».

— Νομικά, αυτά είναι κενά λόγια.

Το χαμόγελο εξαφανίστηκε αμέσως από το πρόσωπο της Ταμάρα.

Άρπαξε τα χαρτιά, τα διάβασε γρήγορα και χλόμιασε.

— Αυτό… αυτό είναι παράνομο, — κατάφερε να ψελλίσει.

— Δεν γίνεται!

— Και όμως γίνεται, — απάντησε ήρεμα η Βέρα.

— Οι υπογραφές υπάρχουν και η σφραγίδα υπάρχει.

— Ιγκόρ, θυμάσαι πώς το υπογράψαμε, έτσι δεν είναι;

— Εσύ ο ίδιος το πρότεινες, παρεμπιπτόντως.

Όλα τα κεφάλια στράφηκαν προς τον Ιγκόρ.

Εκείνος κατάπιε και άνοιξε το στόμα του, αλλά η πεθερά τον πρόλαβε με μια δυνατή κραυγή.

— Όλεγκ, πες της! — απαίτησε η επισκέπτρια.

— Πες της ότι αυτό το χαρτί δεν σημαίνει τίποτα!

— Ταμάρα Σεργκέγεβνα, — ο Όλεγκ έξυσε το πίσω μέρος του κεφαλιού του και απέστρεψε το βλέμμα.

— Φοβάμαι πως αυτό το χαρτί σημαίνει απολύτως τα πάντα.

— Δεν υπάρχει τρόπος να το αμφισβητήσει κανείς.

— Προδότρια! — στρίγκλισε η Λαρίσα δείχνοντας τη Βέρα με το δάχτυλο.

— Τρύπωσες στην οικογένεια και έκρυψες το συμβολαιάκι σου!

— Τσιγκούνα!

— Τσιγκούνης είναι εκείνος που θέλει να βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά με τα χέρια των άλλων, — απάντησε η Βέρα.

— Εγώ απλώς δεν σας αφήνω να με ληστέψετε.

— Πώς τολμάς! — η πεθερά πετάχτηκε όρθια, στηριζόμενη στο τραπέζι.

— Εμείς σε δεχτήκαμε και εσύ μας μαχαιρώνεις πισώπλατα!

— Με δεχτήκατε; — η Βέρα σηκώθηκε κι εκείνη και την κοίταξε κατάματα.

— Με επιλέξατε για πορτοφόλι.

— Μόνο που το πορτοφόλι αποδείχθηκε ότι έχει κλειδαριά.

— Συγγνώμη για την ενόχληση.

— Τώρα θα πρέπει να ανοίξετε τα δικά σας πορτοφόλια.

*

Το βράδυ, η Βέρα και ο Ιγκόρ επέστρεψαν στο διαμέρισμα.

Εκείνος περπατούσε πίσω της, στριφογύριζε τα κλειδιά στα χέρια του και προσπαθούσε συνεχώς να αρχίσει μια συζήτηση.

Η Βέρα κρέμασε το μπουφάν της και γύρισε πρώτη προς το μέρος του.

— Ιγκόρ, ας μιλήσουμε σαν ενήλικες, — είπε.

— Χωρίς τη μητέρα σου, χωρίς τη θεία σου και χωρίς φίλους της οικογένειας.

— Μόνο εσύ κι εγώ.

— Βέρα, πρέπει να καταλάβεις, — άρχισε να μιλά γρήγορα εκείνος.

— Η μαμά στενοχωρήθηκε.

— Η Λαρίσα είναι βουτηγμένη στα χρέη.

— Δεν μπορούσα να τους αρνηθώ, είναι συγγενείς μου.

— Κι εγώ ποια είμαι; — ρώτησε σιγανά η Βέρα.

— Η γειτόνισσα από την πολυκατοικία;

— Είσαι η γυναίκα μου, — μουρμούρισε ο Ιγκόρ.

— Γι’ αυτό ακριβώς πίστευα ότι θα βοηθούσες.

— Η οικογένεια πρέπει να μένει ενωμένη.

— Οι άνθρωποι μένουν ενωμένοι όταν όλοι τραβούν προς την ίδια κατεύθυνση, — απάντησε η Βέρα.

— Εσείς όμως τραβούσατε χρήματα από μένα, ενώ στεκόσασταν στο πλάι τρώγοντας ποπ κορν.

— Μην υπερβάλλεις, — ο Ιγκόρ συνοφρυώθηκε.

— Θα μπορούσαμε να το λύσουμε ήσυχα.

— Αλλά εσύ έβγαλες εκείνο το συμβόλαιο μπροστά σε όλους.

— Ταπείνωσες τη μαμά.

— Την ταπείνωσα; — η Βέρα χαμογέλασε ειρωνικά.

— Απλώς υπενθύμισα τους κανόνες που εσύ ο ίδιος επινόησες.

— Το ξέχασες;

— Δική σου ιδέα ήταν να προφυλαχθούμε.

— Νόμιζα πως ήταν απλώς μια τυπικότητα! — ύψωσε τη φωνή ο Ιγκόρ.

— Ένα χαρτί για τα μάτια του κόσμου!

— Πού να ήξερα ότι θα το χρησιμοποιούσες εναντίον μου;

— Το χαρτί για τα μάτια του κόσμου έγινε σωσίβιο, — είπε ήρεμα η Βέρα.

— Ευχαριστώ για την προνοητικότητά σου, παρεμπιπτόντως.

— Μερικές φορές το παρελθόν σώζει.

Ο Ιγκόρ άρχισε να περπατά πάνω κάτω στο δωμάτιο και ύστερα σταμάτησε απότομα.

Το πρόσωπό του έγινε θυμωμένο και κατά κάποιον τρόπο ξένο.

— Λοιπόν, έτσι θα γίνει, — είπε μέσα από τα δόντια του.

— Ή βοηθάς με το χρέος ή… ή δεν ξέρω τι θα γίνει με εμάς.

— Είναι απειλή αυτό; — η Βέρα σήκωσε το φρύδι.

— Ιγκόρ, τώρα επιλέγεις ανάμεσα στη γυναίκα σου και στο χρέος της αδελφής σου.

— Και φαίνεται πως έχεις ήδη επιλέξει.

— Μη διαστρεβλώνεις τα πάντα! — ξέσπασε εκείνος.

— Επιλέγω την οικογένεια!

— Εσύ σκέφτεσαι μόνο τα χρήματα!

— Δεν είμαι εγώ αυτή που σκέφτεται τα χρήματα, — έκοψε η Βέρα.

— Τα χρήματα τα σκέφτονται εκείνοι που ήθελαν να βάλουν το χέρι στην τσέπη μου.

— Εγώ σκέφτομαι τη δικαιοσύνη.

— Το ξαναλέω, είναι δύο διαφορετικά είδη μαθηματικών.

— Δεκάρα δεν δίνω για τη δικαιοσύνη σου! — φώναξε ο Ιγκόρ.

— Λυπάμαι τη μαμά, καταλαβαίνεις;

— Εσένα όμως όχι!

Η Βέρα σώπασε για λίγο.

Ο θυμός της είχε ήδη υποχωρήσει και στη θέση του είχε έρθει κάτι ήρεμο και σκληρό.

— Ευχαριστώ για την ειλικρίνεια, — είπε.

— Επιτέλους το είπες φωναχτά.

— Δεν με λυπάσαι.

— Θα το θυμάμαι.

— Βέρα, δεν εννοούσα αυτό, — ο Ιγκόρ άρχισε αμέσως να τα μαζεύει.

— Μου ξέφυγε.

— Μια λέξη που ξεφεύγει, όπως είπε κάποτε ένας σοφός άνθρωπος, δεν είναι σπουργίτι: αν πετάξει, δεν μπορείς να την πιάσεις, — απάντησε ήρεμα η Βέρα.

— Και μερικές φορές ακριβώς αυτό που ξεφεύγει είναι και το πιο αληθινό.

Μια εβδομάδα αργότερα, η Βέρα καθόταν στο φωτεινό δωμάτιο της φίλης της, της Κάτια.

Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν δύο φλιτζάνια και δίπλα τους ο ίδιος φάκελος με το συμβόλαιο.

— Είσαι απίστευτη, — σφύριξε η Κάτια.

— Έβγαλες το συμβόλαιο στο εξοχικό, μπροστά σε όλους.

— Θα ήθελα πολύ να το είχα δει.

— Ήταν ενδιαφέρον θέαμα, — χαμογέλασε η Βέρα.

— Η Ταμάρα κοιτούσε αυτά τα χαρτιά λες και ετοιμάζονταν να τη δαγκώσουν.

— Και ο Ιγκόρ; — η Κάτια έσκυψε μπροστά.

— Τι έκανε;

— Σε υπερασπίστηκε έστω και μία φορά;

— Ούτε μία, — η Βέρα κούνησε το κεφάλι.

— Καθόταν σαν έπιπλο.

— Και στο σπίτι επέλεξε τη μητέρα του και το χρέος της αδελφής του.

— Μου είπε ξεκάθαρα ότι δεν με λυπάται.

— Τι ανατροπή, — συνοφρυώθηκε η Κάτια.

— Και τι αποφάσισες;

— Μη μου πεις ότι τον συγχώρεσες και θα πληρώσεις.

— Ούτε θα πληρώσω ούτε θα συγχωρήσω, — απάντησε ήρεμα η Βέρα.

— Κατέθεσα αίτηση διαζυγίου.

— Ήρεμα, χωρίς υστερίες και χωρίς σκηνές.

— Σοβαρά; — η Κάτια άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.

— Τόσο γρήγορα;

— Μα τον αγαπούσες.

— Τον αγαπούσα, — συμφώνησε η Βέρα.

— Αλλά η αγάπη δεν είναι πιστοποιητικό που απαλλάσσει κάποιον από τον σεβασμό.

— Εκεί όπου δεν υπάρχει σεβασμός, σύντομα δεν μένει τίποτα για να αγαπήσεις.

— Και αυτοί πώς αντέδρασαν; — ρώτησε η Κάτια.

— Σίγουρα τηλεφώνησαν όλοι μαζί.

— Τηλεφώνησαν, — έγνεψε η Βέρα.

— Η Ταμάρα απαιτούσε να «γίνουν όλα όπως πριν».

— Η Λαρίσα φώναζε ότι καταστρέφω την οικογένεια.

— Η θεία Ζόγια υποσχόταν ότι θα κλάψω πολύ.

— Και τι τους είπες; — η Κάτια δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό της.

— Είπα ότι για μένα όλα γίνονται σύμφωνα με το συμβόλαιο, — απάντησε η Βέρα.

— Και ότι την οικογένεια δεν την κατέστρεψα εγώ, αλλά εκείνος που αποφάσισε ότι η σύζυγος είναι ΑΤΜ με πόδια.

— Σκληρό, — γέλασε η Κάτια.

— Αλλά σωστό.

— Ο ίδιος ο Ιγκόρ δεν τηλεφώνησε;

— Τηλεφώνησε, — η Βέρα ήπιε μια γουλιά τσάι.

— Στην αρχή με απειλούσε και στο τέλος πρότεινε να «ξεκινήσουμε από λευκή σελίδα», αν εξοφλούσα το χρέος.

— Τι γενναιοδωρία, — φύσηξε η Κάτια.

— Λευκή σελίδα με δικά σου έξοδα.

— Ακριβώς, — έγνεψε η Βέρα.

— Του απάντησα ότι έχω ήδη μια λευκή σελίδα.

— Και πάνω της είναι γραμμένη η αίτηση διαζυγίου μου.

Η Κάτια ξέσπασε σε γέλια και σήκωσε το φλιτζάνι της σαν ποτήρι.

Η Βέρα τσούγκρισε το δικό της μαζί της και ένιωσε το βάρος να φεύγει από τους ώμους της.

— Ξέρεις τι με κρατά στην επιφάνεια; — είπε πιο σιγά η Βέρα.

— Η σκέψη ότι ο καθένας είναι ο σιδεράς της δικής του δυστυχίας.

— Έσκαβαν λάκκο για μένα, αλλά έπεσαν οι ίδιοι μέσα.

— Δεν λυπάσαι κανέναν; — ρώτησε προσεκτικά η Κάτια.

— Λυπάμαι, — παραδέχτηκε η Βέρα.

— Λυπάμαι τον παλιό μου εαυτό, την αφελή Βέρα.

— Εκείνη η Βέρα θα πλήρωνε και θα σιωπούσε.

— Η καινούργια βγάζει το συμβόλαιο και χαμογελά.

— Στην καινούργια Βέρα, — η Κάτια σήκωσε ξανά το φλιτζάνι.

— Στην καινούργια Βέρα, — συμφώνησε η Βέρα.

— Και στα καλά έγγραφα που υπογράφονται την κατάλληλη στιγμή.

— Μερικές φορές ένα φύλλο χαρτί αξίζει περισσότερο από όλους τους όρκους του κόσμου.

Έμειναν καθισμένες για πολλή ώρα ακόμη, μιλώντας για τα πάντα, ενώ η κουβέντα κυλούσε μόνη της και ανάλαφρη.

Το χρέος παρέμεινε χρέος του Ιγκόρ, προσωπικό σύμφωνα με το συμβόλαιο, και ούτε ένα ρούβλι δεν βγήκε από το πορτοφόλι της Βέρα.

Η οικογένεια που ήθελε να τη μετατρέψει σε πορτοφόλι έμεινε μόνη με την απληστία και τους λογαριασμούς της.

— Ξέρεις, — είπε η Βέρα αποχαιρετώντας τη φίλη της, — το πιο αστείο είναι ότι εξακολουθούν να πιστεύουν πως εγώ τους πρόδωσα.

— Και τι έκανες στην πραγματικότητα; — ρώτησε η Κάτια.

— Απλώς έπαψα να είμαι βολική γι’ αυτούς, — χαμογέλασε η Βέρα.

— Φαίνεται πως για κάποιους ανθρώπους αυτή είναι η χειρότερη προδοσία από όλες.