Διάλεξαν για πολύ καιρό και τελικά νοίκιασαν ένα διαμέρισμα σχεδόν στα περίχωρα της πόλης, αλλά τουλάχιστον βρισκόταν δίπλα σε ένα πάρκο.

Πιο κοντά στο κέντρο θα ήταν πολύ ακριβό, ενώ αυτό το διαμέρισμα τους άρεσε πάρα πολύ.

Το διαμέρισμα ήταν μικρό, αλλά είχε δύο μικρά δωμάτια.

– Είναι καταπληκτικό, κοίτα τι θέα έχει από το παράθυρο προς το πάρκο και το παλιό εκκλησάκι, χαιρόταν η Βίκα.

– Ευτυχώς που δεν είναι τόσο ακριβό, και το ίδιο το διαμέρισμα είναι καθαρό και ζεστό.

– Και η ιδιοκτήτρια είναι πολύ γλυκιά και ευχάριστη, τόσο καλλιεργημένη, ντυμένη με παλτό και καπέλο.

– Είπε ότι η σύνταξή της είναι πολύ μικρή, γι’ αυτό μένει στο εξοχικό και νοικιάζει το διαμέρισμα.

– Υπέροχα, μου αρέσει πολύ εδώ, νιώθω σαν στο σπίτι μου, είπε η Βίκα και κοίταξε τον άντρα της με ευγνωμοσύνη.

Όμως το επόμενο πρωί, όταν ο άντρας της έφυγε για τη δουλειά, ξαφνικά ένιωσε άβολα μέσα στο ξένο διαμέρισμα.

Της φάνηκε μάλιστα ότι κάποιος στεκόταν πίσω της και την κοιτούσε επίμονα και εξεταστικά, αλλά εκείνη έδιωξε αυτές τις ανόητες σκέψεις.

Καθώς ετοιμαζόταν για τη δουλειά, όπως είχε υποσχεθεί στις συναδέλφους της, η Βίκα έβγαλε μια φωτογραφία με φόντο το δωμάτιο.

Το δωμάτιο είχε ταπισερί και κεντήματα σε κορνίζες στους τοίχους, όμορφους παλιούς καθρέφτες και παλιά έπιπλα, και γενικά είχε κάτι το ασυνήθιστο.

Έβγαλε τη φωτογραφία και πήγε κι εκείνη στη δουλειά.

Στις φίλες της άρεσε πολύ το διαμέρισμα.

Το φωτιστικό δαπέδου με το μεγάλο αμπαζούρ και διάφορες άλλες μικρές λεπτομέρειες έκαναν πραγματικά το δωμάτιο, αν και όχι πολυτελές, πολύ κομψό, απλό και ζεστό, με μια παλιομοδίτικη γοητεία που δεν σε άφηνε να θέλεις να φύγεις…

– Κοίτα, Βίκα, τι παράξενη σκιά, λες και κάποιος στέκεται πίσω σου, σαν ένας γέρος με γενειάδα! παρατήρησε ξαφνικά μία από τις κοπέλες, κοιτάζοντας με περιέργεια τη φωτογραφία.

– Σταματήστε, είναι απλώς μια σκιά που έπεσε έτσι όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία, μάλλον είναι ο Άγιος Βασίλης, άλλωστε πλησιάζει η Πρωτοχρονιά, γέλασε η Βίκα, αλλά μέσα της ένιωσε μια παράξενη ανησυχία, γιατί θυμήθηκε ότι και το πρωί της είχε φανεί πως κάποιος στεκόταν πίσω της.

Η επόμενη εβδομάδα πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.

Μετά τη δουλειά, η Βίκα και ο Πάσα περπατούσαν στο χιονισμένο πάρκο, όπου είχαν ήδη στήσει ένα όμορφα στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο και φωτεινές φιγούρες από ελάφια, και ύστερα επέστρεφαν στο σπίτι τους, γιατί είχαν συνηθίσει αμέσως αυτό το διαμέρισμα.

Το Σαββατοκύριακο αναγκάστηκαν να μείνουν μέσα, γιατί χιόνιζε και έβρεχε ταυτόχρονα, κι έτσι η Βίκα και ο Πάσα δεν πήγαν πουθενά, αλλά παρήγγειλαν πίτσα και έβλεπαν παλιές ταινίες.

Ο άντρας της αποκοιμήθηκε στον καναπέ, κι εκείνη νύσταξε και κοιμήθηκε δίπλα του.

Όμως ξαφνικά η Βίκα ξύπνησε από ένα παράξενο συναίσθημα – πάλι της φάνηκε ότι κάποιος στεκόταν κοντά της.

Άνοιξε λίγο τα μάτια της και ξαφνιάστηκε πολύ – μπροστά της στεκόταν ένας αδύνατος γεράκος με μικρή γενειάδα και την κοιτούσε χαμογελώντας.

– Λοιπόν, νεαρή νοικοκυρά, πώς σου φαίνεται η ζωή εδώ; ρώτησε σιγανά ο γεράκος.

– Έκανες ήδη μια ευχή στο καινούργιο μέρος;

– Όχι;

– Πριν από την Πρωτοχρονιά πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις μια ευχή, και τότε σίγουρα θα πραγματοποιηθεί.

Άθελά της, στο μυαλό της Βίκα πέρασαν σκέψεις για το τι πραγματικά θα ήθελε…

Να κάνει μια ευχή;

Έχω έναν αγαπημένο σύζυγο, κερδίζουμε αρκετά καλά και μας φτάνουν.

Μόνο με το παιδί δεν τα έχουμε καταφέρει ακόμη, αν και είμαστε παντρεμένοι ήδη πέντε χρόνια.

Όμως δεν χάνουμε την ελπίδα μας, γι’ αυτό άλλωστε νοικιάσαμε διαμέρισμα, παρόλο που θα μπορούσαμε να μένουμε με τους γονείς μας, αφού υπήρχε αρκετός χώρος…

«Μάλλον αυτό που θα ήθελα περισσότερο απ’ όλα είναι να αποκτήσουμε ένα παιδί.

Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο», σκέφτηκε η Βίκα την ευχή της και δεν κατάλαβε καν πότε αποκοιμήθηκε ξανά, και όταν ξύπνησε, φυσικά, ο γεράκος δεν ήταν πια εκεί…

Αντίθετα, έξω από το παράθυρο όλα τα δέντρα έμοιαζαν σαν βγαλμένα από παραμύθι, πασπαλισμένα με λευκό, καθαρό χιόνι.

Λαμπύριζαν στις ακτίνες του ήλιου, και από τη νύστα και τη μελαγχολία δεν είχε μείνει ούτε ίχνος.

Η Βίκα ένιωθε υπέροχα, και αυτό που είχε συμβεί τώρα της φαινόταν απλώς σαν όνειρο.

– Παρεμπιπτόντως, Βικούσια, πώς σου φαίνεται αυτό το διαμερισματάκι;

– Εγώ έχω ήδη προσαρμοστεί, νιώθω καλά εδώ, είπε ο Πάσα, κοιτάζοντας κι εκείνος από το παράθυρο και χαμογελώντας.

– Κι εγώ νιώθω σαν στο σπίτι μου εδώ και δεν θέλω πια να αλλάξω τίποτα, συμφώνησε η Βίκα.

Ήταν μια καλή συμβουλή του γιατρού – να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα και να μείνουν μόνοι, μόνο εκείνη και ο άντρας της, χωρίς κανέναν άλλο και χωρίς να ακούν κανέναν…

Πέρασε κι άλλος καιρός, πλησίαζε η Πρωτοχρονιά, και στις τριάντα μία Δεκεμβρίου ο Πάσα είπε ότι το βράδυ θα περνούσε η ιδιοκτήτρια για να πάρει τα χρήματα, γιατί εκείνη την ημέρα θα βρισκόταν στην πόλη και μετά θα επέστρεφε πάλι στο εξοχικό.

– Παράξενη γυναίκα, είπε η Βίκα με απορία.

– Ακριβώς πριν από την Πρωτοχρονιά, και μάλιστα το βράδυ.

– Η Τατιάνα Ακίμοβνα είπε ότι την ημέρα έχει κάποιες δουλειές, και το λεωφορείο της φεύγει το βράδυ από τον σταθμό και πάει κατευθείαν στο εξοχικό, οπότε δεν υπάρχει τίποτα παράξενο, εξήγησε ο Πάσα.

Η ιδιοκτήτρια ήρθε προς το βράδυ και όχι με άδεια χέρια, άλλωστε ήταν γιορτή.

– Αγόρασα γλυκά από τον διπλανό φούρνο, ο άντρας μου κι εγώ τα αγαπούσαμε πολύ, εξήγησε χαμογελώντας.

– Τότε ας πιούμε τσάι, έχετε ακόμη μακρύ δρόμο μπροστά σας, πρότειναν σχεδόν ταυτόχρονα η Βίκα και ο Πάσα και γέλασαν.

Πίνοντας τσάι, άρχισαν να συζητούν, ενώ έξω από το παράθυρο άρχισε πάλι να πέφτει πυκνό χιόνι μαζί με βροχή.

– Και με ποιον θα γιορτάσετε;

– Μόνη σας;

– Μείνετε μαζί μας να υποδεχτούμε την Πρωτοχρονιά, πού θα πάτε τώρα με τέτοια χιονοθύελλα;

– Κι εμείς θα περάσουμε πιο όμορφα, αλλιώς είμαστε μόνο οι δυο μας, πρότεινε η Βίκα χαμογελώντας ευτυχισμένη.

Το βλέμμα της ηλικιωμένης γυναίκας γλύκανε, και συγκινήθηκε σχεδόν μέχρι δακρύων.

– Κι εμείς με τον Γκρίσα μου, τον Γκριγκόρι Βασίλιεβιτς, πάντα οι δυο μας γιορτάζαμε την Πρωτοχρονιά σε αυτό το διαμέρισμα.

– Παιδιά δεν είχαμε, παλιότερα μαζεύαμε καλεσμένους, αλλά μετά έγινε πιο δύσκολο, και πολλοί από αυτούς δεν βρίσκονται πια στη ζωή…

Η ιδιοκτήτρια άνοιξε ένα ντουλαπάκι και έβγαλε ένα άλμπουμ.

– Ορίστε, κοιτάξτε, εδώ είμαι εγώ, εδώ είμαι λίγο νεότερη, και αυτός εδώ είναι ο Γκρισένκα μου, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του.

– Είναι δύσκολο για μένα χωρίς εκείνον, γιατί πάντα με φρόντιζε.

– Πάντα με θεωρούσε αδύναμη, αλλά τελικά εκείνος έφυγε πρώτος…

Η Βίκα κοίταξε τη φωτογραφία και δεν ήξερε καν πώς να αντιδράσει.

Στη φωτογραφία ήταν ο ίδιος ακριβώς γεράκος με τη μικρή γενειάδα που της είχε εμφανιστεί.

Κι εκείνος έδειχνε πολύ καλλιεργημένος και κοιτούσε την Τατιάνα Ακίμοβνα με αγάπη.

– Ακόμη και στη φωτογραφία φαίνεται πόσο πολύ σας αγαπά, είπε η Βίκα, και η ηλικιωμένη γυναίκα συγκινήθηκε ακόμη περισσότερο.

– Ναι, ζήσαμε όλη μας τη ζωή αγαπημένοι και μονιασμένοι, γι’ αυτό να προσέχετε ο ένας τον άλλον, γιατί είναι πολύ δύσκολο να μένεις μόνος.

Την επόμενη μέρα, η Βίκα και ο Πάσα συνόδευσαν την Τατιάνα Ακίμοβνα μέχρι το λεωφορείο, αλλά δεν μπορούσαν να ηρεμήσουν – πώς ζούσε μόνη της στο εξοχικό, αφού στην ηλικία της αυτό θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο.

Όταν στα τέλη Ιανουαρίου η Βίκα κατάλαβε ότι ήταν έγκυος, έκανε ξανά και ξανά έλεγχο, γιατί δεν μπορούσε να το πιστέψει.

Και ξαφνικά θυμήθηκε εκείνον τον γεράκο, τον σύζυγο της ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος, τον Γκριγκόρι Βασίλιεβιτς.

Σίγουρα ήταν εκείνος που με κάποιον τρόπο τους βοήθησε από εκεί, ναι, εκείνος είχε κάνει το θαύμα.

Εκείνος και η Τατιάνα Ακίμοβνα δεν είχαν παιδιά, και μάλλον η Βίκα και ο Πάσα του θύμιζαν κάπως τον ίδιο και τη γυναίκα του.

Άλλωστε κι εκείνοι αγαπιούνταν πάρα πολύ!

– Τι λες, στ’ αλήθεια θα αποκτήσουμε παιδί;

– Είναι πραγματικά θαύμα, και ξέρεις κάτι, ας πάμε να επισκεφτούμε την Τατιάνα Ακίμοβνα, μένει εκεί ολομόναχη, πρότεινε ο Πάβελ αφού η Βίκα του διηγήθηκε τα οράματά της και του είπε πως είχε κάνει την πιο βαθιά της ευχή – να αποκτήσει εκείνη και ο Πάσα ένα μωρό, γιατί δεν χρειάζονταν ούτε πλούτη ούτε τίποτα άλλο, μόνο το δικό τους παιδί.

Η Βίκα συμφώνησε αμέσως με τον άντρα της ότι έπρεπε να πάνε.

Ο Πάβελ κατάφερε με κάποιον τρόπο να εντοπίσει την τοποθεσία της ηλικιωμένης γυναίκας από τον αριθμό του τηλεφώνου της.

Μόλις μία ώρα αργότερα στέκονταν ήδη στο κατώφλι του μικρού σπιτιού της, που ήταν σχεδόν θαμμένο στο χιόνι.

– Πώς με βρήκατε;

– Εγώ εδώ αρρώστησα λίγο, πόσο χαίρομαι που σας βλέπω, είπε η Τατιάνα Ακίμοβνα, τόσο ευτυχισμένη από την άφιξή τους που και οι δύο, χωρίς καν να έχουν συνεννοηθεί, της είπαν αμέσως:

– Μαζέψτε τα πράγματά σας, Τατιάνα Ακίμοβνα, δεν μπορείτε να ζείτε εδώ μόνη σας, πάμε σπίτι!

Εκείνη δεν αντιστάθηκε καν, και όταν στον δρόμο της επιστροφής η Βίκα της διηγήθηκε τα οράματά της, πώς είχε έρθει κοντά της ο Γκριγκόρι Βασίλιεβιτς και της είχε προτείνει να κάνει μια ευχή, η Τατιάνα Ακίμοβνα ξέσπασε σε κλάματα.

– Έτσι ήταν ο Γκρισένκα μου, πάντα τόσο στοργικός και φροντιστικός.

– Μάλλον ήρθε να με δει, αλλά εγώ δεν ήμουν στο σπίτι.

– Και του αρέσατε τόσο πολύ, που αποφάσισε να σας βοηθήσει, κατάλαβε ότι είστε καλοί άνθρωποι και ότι δεν θα με εγκαταλείψετε.

– Φαίνεται πως από εκεί κατάφερε με κάποιον τρόπο να το κάνει…

Τώρα η Βίκα, ο Πάσα και η Τατιάνα Ακίμοβνα ζουν όλοι μαζί.

Η Τατιάνα Ακίμοβνα τους βοηθά να μεγαλώσουν τη μικρή Τανιούσκα, και το καλοκαίρι όλοι μαζί πηγαίνουν στο παλιό της εξοχικό για να απολαύσουν τη φύση.

Ο Γκριγκόρι Βασίλιεβιτς δεν τους εμφανίζεται πια, γιατί δεν θέλει να τους τρομάζει.

Έκανε αυτό που έπρεπε – βοήθησε τους νέους, και τώρα η αγαπημένη του γυναίκα δεν είναι πια μόνη.

Η Τατιάνα Ακίμοβνα έχει ήδη μεταβιβάσει το διαμέρισμα και το εξοχικό στους νέους ιδιοκτήτες.

Και μακάρι η ευτυχία να κατοικεί στο σπίτι της και του Γκριγκόρι Βασίλιεβιτς για πολλά, πολλά χρόνια ακόμα…