Να φύγω από τον άντρα μου. Ιστορία.

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Έγραψε ένα σύντομο σημείωμα στον σύζυγο και μια μακροσκελή επιστολή για την κόρη.

Η Γκούλια ήξερε ότι ο άντρας της δεν θα έδινε ποτέ στην Αλίνα το γράμμα, γι’ αυτό το έκρυψε στην τσάντα της μικρής, μεταμφιεσμένο σε λούτρινο κουνελάκι.

Η Αλίνα λάτρευε τα κουνέλια και τα λαγουδάκια, της είχαν μάλιστα χαρίσει ένα ζωντανό κουνέλι, αλλά όταν εκείνο πέθανε και το παιδί έκλαιγε μια ολόκληρη εβδομάδα αρνούμενη να φάει, αποφάσισαν να μην κάνουν ποτέ ξανά τέτοια δώρα.

Το να φύγει ήταν δύσκολο.

Όχι εξαιτίας του άντρα της — εξαιτίας της κόρης.

Ότι εκείνος δεν θα της επέτρεπε να την πάρει μαζί, η Γκούλια το ήξερε εδώ και καιρό.

Το είχε μάλιστα δοκιμάσει.

Όταν η μικρή ήταν τριών ετών και ο Ίλια έκανε ένα από τα συνηθισμένα του «ανακριτικά» ξεσπάσματα μέχρι τις πέντε το πρωί, η Γκούλια περίμενε να αποκοιμηθεί, μάζεψε τις βαλίτσες και κάλεσε ταξί.

Κατάφεραν μάλιστα να μπουν σε λεωφορείο, κι εκείνη ανάσανε με ανακούφιση και χαμογέλασε.

Όμως μισή ώρα αργότερα το λεωφορείο το σταμάτησε περιπολικό, τους κράτησαν τριάντα λεπτά χωρίς εξήγηση, κι έπειτα εμφανίστηκε ο Ίλια.

Είπε ότι η Γκούλια μπορεί να φύγει.

Αλλά η Αλίνα θα μείνει μαζί του.

Φυσικά, εκείνη δεν έφυγε.

Έξι μήνες ο Ίλια δεν της μίλησε καθόλου.

Ύστερα έκαναν μια φαινομενική συμφιλίωση.

Εκείνος υποσχέθηκε ότι δεν θα ξεσπούσε ξανά σε σκηνές ζήλιας.

Εκείνη ορκίστηκε ότι δεν θα αποπειραθεί να φύγει ξανά.

Κανείς τους δεν τήρησε τις υποσχέσεις.

Γιατί δίπλα στην πόρτα βρισκόταν ήδη μια ασφυκτικά γεμάτη αθλητική τσάντα, κι ως τις δύο τα ξημερώματα θα έφτανε ταξί στο διπλανό σπίτι.

Τον Γεγκόρ τον γνώρισε σε ένα διαδικτυακό φόρουμ.

Της μίλησε με έναν τετριμμένο τρόπο.

— Δεσποινίς, όταν πέσατε από τον παράδεισο, υπήρχε αναταραχή;

— Το σκέφτηκες μόνος ή το αντέγραψες από κάπου; — απάντησε ειρωνικά η Γκούλια.

Ο Γεγκόρ είχε ένα όμορφο, λεπτεπίλεπτο πρόσωπο, με τέτοια χαρακτηριστικά θα μπορούσε να παίξει ξωτικό σε ταινία του Πίτερ Τζάκσον.

Δυστυχώς είχε κοντά μαλλιά — τα μακριά θα του ταίριαζαν πολύ περισσότερο.

— Το έκλεψα, — γέλασε ο Γεγκόρ. — Συνήθως αρέσει στα κορίτσια.

— Μα εγώ δεν είμαι κοριτσάκι, — απάντησε εκείνη, κουνώντας προκλητικά το δάχτυλο χωρίς δαχτυλίδι μπροστά του.

Εκείνος έκανε μια τόσο αστεία γκριμάτσα που η Γκούλια δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελο.

Αργότερα αποδείχτηκε ότι πράγματι είχε μακριά μαλλιά.

Η προηγούμενη σύντροφός του τον είχε ζηλέψει και, ενώ κοιμόταν, τον ξύρισε γουλί.

Τη ζήλια ο Γεγκόρ δεν την ανεχόταν καθόλου — όπως ακριβώς κι η Γκούλια.

Παντρεύτηκε μικρή και ίσως γι’ αυτό δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την αρρωστημένη ζήλια του Ίλια.

Μάλιστα καμάρωνε που εκείνος της τηλεφωνούσε κάθε μισή ώρα, που ερχόταν με το αυτοκίνητο να την πάρει ακόμα κι όταν είχε πάει απλώς σε φίλη στο διπλανό σπίτι, που έλεγχε ποιος της έκανε «like» στα κοινωνικά δίκτυα.

Δεν ήταν όλα αυτά απόδειξη μεγάλης αγάπης;

Ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερός της, είχε καλή δουλειά και ήταν όμορφος.

«Πρόλαβέ τον πριν στον πάρουν, τέτοιον γαμπρό», είχε πει η μητέρα της.

Ο γάμος ήταν πολυτελής, με όλα τα συνηθισμένα έθιμα: λύτρα, καρβέλι, ακόμη και καυγά.

Ο Ίλια τσακώθηκε όταν οι φίλοι «έκλεψαν» τη νύφη.

Παρότι ήξερε ότι ήταν απλώς παιχνίδι, όρμησε να χτυπηθεί στα σοβαρά.

Η Γκούλια θυμόταν ακόμα εκείνο το βλέμμα του.

Αλλά τότε νόμιζε: τόσο δυνατά αγαπάει, ποτέ δεν θα την απατήσει.

Τα προβλήματα άρχισαν ήδη στο ταξίδι του μέλιτος.

— Τον ξέρεις αυτόν;

— Ποιον;

— Εκείνον τον τύπο που σε κοιτούσε επίμονα.

— Όχι βέβαια!

— Και γιατί σε κοιτούσε τότε;

— Από πού να ξέρω;

— Σου είπα να φοράς παντελόνια, μην τριγυρνάς με τόσο κοντά σορτς!

— Μα έχει ζέστη…

Η κουβέντα τραβήχτηκε ως το ξημέρωμα.

Και τέτοιες συζητήσεις έγιναν αργότερα πολλές.

Όχι, ποτέ δεν τη χτύπησε.

Προσβολές με λόγια — ναι, φωνές — ναι, ανακρίσεις — επίσης.

Αλλά χέρι πάνω της δεν σήκωσε.

Ο πατέρας του κατείχε σημαντική θέση στις δυνάμεις ασφαλείας.

Κι ο Ίλια φοβόταν περισσότερο μήπως κηλιδώσει το όνομα του πατέρα, παρά να χάσει την ίδια τη Γκούλια.

Κάποιες φορές μάλιστα εκείνη σκεφτόταν ότι δεν φοβάται να τη χάσει, αλλά να εξοργίσει τον πατέρα του, αν βρεθεί διαζευγμένος.

Και περισσότερο απ’ όλα έτρεμε μήπως χάσει την Αλίνα: ο παππούς λάτρευε την μοναχοεγγονή και ποτέ δεν θα συγχωρούσε τον γιο του, αν η Γκούλια την έπαιρνε μακριά.

Στα χρόνια που έζησε σ’ αυτή την οικογένεια η Γκούλια είχε καταλάβει πως νικήτρια σ’ αυτόν τον αγώνα δεν θα έβγαινε.

Γι’ αυτό και έφευγε μόνη.

Η Γκούλια τινάχτηκε από τον τριγμό του πατώματος πίσω της.

Κατάλαβε ότι ήταν ο Ίλια και ένιωσε τους ώμους της να μαζεύονται από τρόμο, φανταζόμενη τι ανάκριση θα της έκανε αν έβλεπε τη βαλίτσα.

Εδώ και πολύ καιρό είχε μάθει να κρύβει από τον άντρα της τη δική της ζωή.

Όχι, πριν τον Γεγκόρ δεν τον είχε απατήσει ποτέ.

Απλώς δεν άντεχε πια όλες αυτές τις ερωτήσεις του, τις εξηγήσεις, τα ατέλειωτα απολογητικά λόγια.

Έτσι αγόρασε ένα δεύτερο, μυστικό τηλέφωνο στο όνομα μιας φίλης, καθώς και έναν δεύτερο λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς ούτε μία φωτογραφία της, αλλά με όλες τις σκέψεις της, τις ιδέες και τα μέρη που της άρεσαν.

Έτσι δεν χρειαζόταν να δίνει εξηγήσεις γιατί πήγε σε μια καφετέρια το μεσημέρι.

Ο Ιλιά θεώρησε πως η τακτική του είχε πετύχει: η Γιούλια είχε σταματήσει να βγαίνει με φίλες, να πηγαίνει σε εκδηλώσεις, να ανεβάζει ατέλειωτα σέλφι.

Μα στην πραγματικότητα, μόνο το τελευταίο ήταν αλήθεια, γιατί κατά τ’ άλλα η Γιούλια ζούσε μια πολύ δραστήρια ζωή, απλώς ήξερε να τη συγκαλύπτει.

Στη δουλειά μετέτρεψε τη σύμβασή της σε μερικής απασχόλησης, συνεννοήθηκε με τον προϊστάμενο για ελεύθερο ωράριο και κατόρθωνε να τακτοποιεί όλες τις υποθέσεις της μέσα στη μέρα.

Επιπλέον, είχε την Αλίνα, το καλύτερο πρόσχημα: όσο η κόρη της έκανε μαθήματα ζωγραφικής ή γυμναστικής, εκείνη προλάβαινε να πάει σε μια έκθεση ή να πιει καφέ με κάποια φίλη.

Τον τελευταίο καιρό όμως προλάβαινε μόνο να συναντά τον Γεγκόρ, για τίποτε άλλο δεν είχε δυνάμεις.

Στην αρχή απλώς μιλούσαν.

Αντάλλασσαν μηνύματα.

Εκείνος έγραφε με χιούμορ, και εκείνη χαμογελούσε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια.

Ο Γεγκόρ την παρακάλεσε να βρεθούν, κι έτσι πήγαν στον κινηματογράφο.

Τα γόνατά τους ακούμπησαν ελαφρά, αλλά τίποτε περισσότερο δεν συνέβη.

Το βράδυ όμως, στριφογυρίζοντας άυπνη στο κρεβάτι, η Γιούλια ένιωθε ότι το σημείο όπου την είχε αγγίξει το πόδι του ακόμα έκαιγε.

Το πρώτο τους φιλί έγινε μέσα στην καμπίνα της ρόδας του λούνα παρκ.

Μετά έκλαψε και του είπε πως αισθανόταν βρόμικα, σαν να είχε δίκιο ο Ιλιά που τόσα χρόνια την υποψιαζόταν.

Ο Γεγκόρ την αγκάλιασε και της υποσχέθηκε ότι μαζί του δεν θα χρειαζόταν ποτέ ξανά να κλαίει.

Μετά από μερικές τέτοιες συναντήσεις, η Γιούλια αποφάσισε πως δεν έπρεπε να συνεχίσουν.

Ο Γεγκόρ πληγώθηκε και έφυγε σε άλλη πόλη.

Οι έξι μήνες που δεν μιλούσαν τής φάνηκαν αιώνας.

Η Γιούλια δεν είχε διάθεση για τίποτα, δεν ήθελε να κρύβεται, και οι ανακρίσεις του άντρα της δεν την άγγιζαν πια.

Παρακολουθούσε τις ιστορίες του Γεγκόρ, ενώ εκείνος αγνοούσε τις δικές της.

Την μπλόκαρε πολλές φορές και μετά ξανά άφηνε το μπλοκ.

Μια μέρα ανέβασε φωτογραφία από τη ρόδα, όπου σχεδίαζε μια καρδιά στο τζάμι.

Αυτό την πλήγωσε — είχε βρει νέα κοπέλα, την έπαιρνε μαζί του και τη φιλούσε εκεί που κάποτε ήταν μαζί της.

Τότε τον μπλόκαρε εκείνη.

Δύο εβδομάδες αργότερα, φεύγοντας από τη δουλειά, η Γιούλια τον είδε μπροστά της.

Ήταν αδυνατισμένος, δυστυχισμένος, και την κοίταζε με μάτια πληγωμένου σκυλιού.

Η Γιούλια μπήκε στο αυτοκίνητο του άντρα της σαν να ήταν κελί φυλακής.

Και κατάλαβε πως δεν άντεχε άλλο.

Το ίδιο βράδυ τον ξεμπλόκαρε και δέχτηκε να τον συναντήσει.

Ήταν ο Γεγκόρ που της πρότεινε να φύγει από τον άντρα της.

— Θα βρούμε δικηγόρο, τα παιδιά σχεδόν πάντα μένουν με τη μητέρα!

— Δεν ξέρεις τι διασυνδέσεις έχει!

— Άρα δεν με αγαπάς πια!

— Σ’ αγαπώ!

— Τότε πρέπει να ζήσουμε μαζί.

Τελικά υποχώρησε.

Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι αργά ή γρήγορα ο Ιλιά θα αποδεχτεί την κατάσταση και θα της επιτρέψει να βλέπει την κόρη της.

Ίσως της δώσει την άδεια να την παίρνει τα Σαββατοκύριακα ή στις διακοπές.

Έκαναν σχέδια απόδρασης.

Στην αρχή αυτό τη γέμιζε χαρά — σύντομα δεν θα χρειαζόταν να κρύβεται από κανέναν!

Αλλά όσο πλησίαζε η μέρα, τόσο πιο πολύ αμφέβαλλε: δεν μπορούσε να αφήσει το παιδί της.

Κάθε μέρα ένιωθε χειρότερα.

Μια φορά, όταν η κόρη της στάθηκε πολύ τρυφερή — της έφτιαξε τσάι, της έδωσε το αγαπημένο της γλυκό και της είπε ότι η μαμά είναι η καλύτερη στον κόσμο — η Γιούλια αποφάσισε ότι θα μείνει.

Μα δεν ήξερε πώς να το πει στον Γεγκόρ.

Εκείνος κατάλαβε ότι κάτι είχε αλλάξει.

— Φοβάμαι ότι ποτέ δεν θα με συγχωρέσει.

— Θα σε συγχωρέσει. Θα δεις. Και στο κάτω κάτω, θα την πάρουμε μαζί μας. Εγώ θα γίνω ο καλύτερος πατέρας γι’ αυτήν!

— Νομίζω ότι θα χρειαστεί να κάνουμε δικό μας παιδί για να γίνεις πατέρας. Ο Ιλιά ποτέ δεν θα το δεχτεί.

Ο Γεγκόρ ξαφνικά ταράχτηκε, κοίταξε αλλού.

— Γιούλια… Συγχώρα με που δεν το είπα νωρίτερα. Δεν μπορώ να κάνω παιδιά…

Η αποκάλυψη την άφησε άφωνη.

Εκείνη σκόπευε με αυτή τη συζήτηση να φτάσει στο χωρισμό, αλλά τώρα, αν τον άφηνε, θα πίστευε πως ήταν εξαιτίας της αδυναμίας του.

Η Γιούλια δεν βρήκε το κουράγιο να του το πει.

Και έπεισε τον εαυτό της ότι όλα θα φτιάξουν.

Ακόμη κι ένιωσε ανακούφιση όταν την έπιασε ο άντρας της — σαν να λύθηκε το δίλημμα μόνο του.

Μα δεν ήταν ο άντρας της.

Μπροστά της στεκόταν η νυσταγμένη Αλίνα, κρατώντας στην αγκαλιά τον ροζ λαγό της.

— Μαμά, πού πας;

Η Γιούλια γονάτισε μπροστά της.

— Γιατί ξύπνησες; Είδες κακό όνειρο;

— Όχι. Νόμιζα ότι ετοιμαζόσουν να φύγεις.

— Γιατί;

— Είδα τη βαλίτσα. Έβαλες μέσα όλα τα αγαπημένα σου πράγματα. Μαμά, φεύγεις; Όπως τότε με το λεωφορείο; Είναι επειδή ο μπαμπάς συνέχεια μαλώνει;

Η Γιούλια δάγκωσε τα χείλη της για να μην ξεσπάσει σε κλάματα.

— Μικρή μου, πρέπει να φύγω. Συγχώρεσέ με, δεν μπορώ να σε πάρω μαζί μου — ο μπαμπάς θα θυμώσει. Αλλά θα επιστρέψω, στο υπόσχομαι! Θα θυμώσει, θα λέει κακά πράγματα, μα να μην τον πιστέψεις: σ’ αγαπώ πιο πολύ από όλους στον κόσμο και θα μου λείπεις απίστευτα!

Αν η Αλίνα έλεγε: «Μαμά, μην φύγεις», η Γιούλια θα έμενε.

Μα η κόρη είπε:

— Κι εγώ θα σου λείπω. Πάρε τον Πρόσκα μου, έτσι δεν θα νιώθεις τόσο μόνη. Κι αν ο μπαμπάς θυμώσει, θα ζητήσω από τον παππού να τον μαλώσει.

Η Γιούλια δεν είχε ποτέ σκεφτεί ότι μπορούσε να βρει σύμμαχο στον πεθερό της και όχι εχθρό.

Η Αλίνα είχε δίκιο — έπρεπε να τον πείσουν ότι το παιδί χρειάζεται τη μητέρα του.

Αγαπούσε την εγγονή του, δεν θα της το αρνιόταν.

— Θα δώσουμε στον μπαμπά χρόνο να ηρεμήσει και θα το λύσουμε, — υποσχέθηκε η Γιούλια.

— Πάρε τον Πρόσκα!

— Κι εσύ;

— Έχω ακόμη τον Μίστερ Κούνελο και τον Γλαζάστικ. Θυμάσαι που μου τους αγόρασες;

Η Γιούλια πήρε το λαγουδάκι από τα χέρια της κόρης και αναστέναξε.

— Μην κλαις, μαμά! Έλα να σε παρηγορήσω…

Μα ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί.

Η Γιούλια πήγε την κόρη στο δωμάτιό της, την έβαλε στο κρεβάτι.

Άκουσε το τηλέφωνο να δονείται στην τσέπη — είχε φτάσει το ταξί.

— Κοιμήσου, μικρή μου. Και να θυμάσαι — σ’ αγαπώ.

— Κι εγώ σ’ αγαπώ, μαμά!

Ως το τέλος η Γιούλια ήλπιζε ότι ο άντρας της θα ξυπνήσει και θα τη σταματήσει.

Αλλά εκείνο το βράδυ κοιμόταν βαριά.

Η Γιούλια πήρε τη βαλίτσα, άνοιξε την πόρτα.

Στάθηκε για λίγο.

Αν έκανε τώρα το βήμα, δεν θα υπήρχε επιστροφή.

Ο λαγός ακόμα κρατούσε τη ζεστασιά της κόρης της και μύριζε το φραουλένιο σαμπουάν της.

Η Γιούλια σκούπισε το πρόσωπό της, βγήκε έξω και έκλεισε την πόρτα πίσω της.