Η Τάσα, σκουπίζοντας τα δάκρυα που της έκαιγαν τα μάτια, μάζευε βιαστικά τη βαλίτσα της – ο χρόνος ήταν ελάχιστος.
Σε λίγο ο Κύριλλος θα την πήγαινε στο αεροδρόμιο, και σε τρεισήμισι ώρες θα βρισκόταν σπίτι.

Όμως, δεν ήταν καθόλου ευχάριστη αυτή η επίσκεψη.
Στις πέντε το πρωί, τοπική ώρα, της τηλεφώνησε η Ραΐσα – η δεύτερη γυναίκα του πατέρα της – και της είπε ότι ο πατέρας της δεν υπάρχει πια.
Η Τάσα, ακόμη μισοκοιμισμένη, δεν κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε, άρχισε να ρωτάει τη μητριά της, αλλά εκείνη, μουρμουρίζοντας πως δεν έχει λεφτά για διεθνείς κλήσεις, της το έκλεισε κατάμουτρα.
Ξύπνησε ο Κύριλλος – ο άντρας της Τάσα.
Περίπου σαράντα λεπτά αργότερα, κάλεσε το τμήμα όπου εργαζόταν ο πεθερός του.
Του επιβεβαίωσαν ότι ο Αρσένι Ιβάνοβιτς είχε πράγματι πεθάνει τη νύχτα.
Η Τάσα και ο Κύριλλος δούλευαν ήδη τρία χρόνια στο εξωτερικό, το συμβόλαιό τους έληγε σε πέντε μήνες και δεν σκόπευαν να το ανανεώσουν – ήθελαν πολύ να επιστρέψουν σπίτι.
Τώρα όμως, η Τάσα έπρεπε να πετάξει μόνη, της έδωσαν πενθήμερη άδεια με τον όρο να συνεχίσει ο Κύριλλος τη δουλειά.
– Τάσα, άκουσέ με. Καταλαβαίνω ότι εκεί δεν θα έχεις μυαλό για διαθήκες και χαρτιά, αλλά θα καλέσω τώρα τον Άρθουρ, θα έρθει σε επαφή μαζί σου, και θα του υπογράψεις πληρεξούσιο για να ανοίξει στο όνομά σου υπόθεση κληρονομιάς.
– Κύριλλε! Ποια κληρονομιά! Τι είναι αυτά που λες! – αναφώνησε η Τάσα.
– Ξέρω πολύ καλά τη μητριά σου. Σίγουρα πρόλαβε κιόλας να πάει στον συμβολαιογράφο.
Μόλις έφτασε σπίτι, η Τάσα άφησε τη βαλίτσα στην είσοδο και μπήκε αμέσως στο πίσω δωμάτιο του μεγάλου τετράδωματίου διαμερίσματος.
Η γιαγιά καθόταν ακίνητη στην πολυθρόνα, το βλέμμα της καρφωμένο στο παράθυρο.
Η Τάσα πήγε κοντά της και την αγκάλιασε από τους ώμους.
– Τάσα! Εγγονή μου! Ήρθες! – ξέσπασε σε κλάματα η ηλικιωμένη γυναίκα.
– Τι μοίρα κι αυτή που με βρήκε; Έθαψα άντρα, μετά γιο – τον παππού σου, και τώρα έζησα και τον εγγονό μου – τον Αρσούσα.
Η Τάσα αγκάλιασε ξανά τη γιαγιά – η Αντονίνα Ζαχάροβνα ήταν στην πραγματικότητα η προγιαγιά της – της σκούπισε τα δάκρυα από τα ρυτιδιασμένα της μάγουλα, τη φίλησε.
Εκείνη τη στιγμή, η Ραΐσα έριξε μια ματιά στο δωμάτιο:
– Ήρθες και έτρεξες αμέσως στη γριά! Κατανοητό.
– Αλλά ποιος θα ασχοληθεί με τις υποθέσεις;
Η Τάσα έσφιξε το χέρι της γιαγιάς:
– Έρχομαι αμέσως!
Η Ραΐσα πήγε στην κουζίνα, η Τάσα από πίσω.
– Τι προλάβατε να κάνετε; – τη ρώτησε.
– Πάρε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου.
– Πρέπει ακόμα να την πάρεις.
Ορίστε η βεβαίωση. Τρέξε εσύ παντού, σε κάθε υπηρεσία θέλουν λεφτά. Από πού να τα βρω; Τώρα είμαι χήρα, πρέπει να κάνω οικονομία.
– Ράγια, δεν πιστεύω ότι δεν ήρθε κάποιος από το γραφείο τελετών. Σαν τα όρνια εμφανίζονται, για να πάρουν την παραγγελία!
– Ήρθαν δύο, αλλά τους έδιωξα. Δωρεάν δεν δουλεύουν, – απάντησε η Ραΐσα.
– Κατάλαβα. Δώστε μου τη βεβαίωση, το διαβατήριο του πατέρα. Τι άλλα έγγραφα υπάρχουν;
– Διαθήκη δεν υπάρχει, το έψαξα, μην περιμένεις πολλά. Όλα θα τα μοιράσουμε με βάση το νόμο.
Η Τάσα αναστέναξε, πήρε τα χαρτιά, εξήγησε άλλη μια φορά στη γιαγιά πού θα πάει και βγήκε από το σπίτι.
Γύρισε στο σπίτι μόνο στις επτά το βράδυ.
Αφού ενημέρωσε τους συγγενείς για ώρα και τόπο της νεκρώσιμης ακολουθίας και της κηδείας, πέρασε όλο το βράδυ με τη γιαγιά.
Έφυγε την επόμενη μέρα μετά την κηδεία, αλλά το αεροπλάνο ήταν βράδυ, οπότε πρόλαβε να πάει το πρωί στο νεκροταφείο.
Όταν μπήκε στο ταξί για την πόλη, της τηλεφώνησε ο Άρθουρ.
Η Τάσα ξαφνιάστηκε ξανά από το πόσο καλά ο Κύριλλος καταλάβαινε τους ανθρώπους – σε μία μέρα συναναστροφής με τη Ραΐσα είχε καταλάβει ότι η μητριά θα πολεμούσε για την κληρονομιά μέχρι τέλους.
– Τάσα, μπορείς να περάσεις τώρα από μένα; – ρώτησε ο Άρθουρ.
– Ναι, απλώς θύμισέ μου τη διεύθυνση, – απάντησε.
Λέγοντας στον οδηγό τη διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου, η Τάσα σκέφτηκε: «Μόλις πριν τέσσερις μέρες ο πατέρας μου ζούσε, και τώρα έχει μαζευτεί ένα σωρό όρνια να μοιράσουν την περιουσία του».
Στο δρόμο για το σπίτι η Τάσα αγόρασε από το ζαχαροπλαστείο τα αγαπημένα γλυκά της γιαγιάς.
– Ω! Λιχουδιές για το τσάι! – την υποδέχτηκε η Ράγια στον διάδρομο.
– Δεν είναι για εσάς, – της είπε η Τάσα.
– Καλά, καλά, μόνο που τζάμπα περιποιείσαι τη γριά – δεν έχει τίποτα, – γέλασε η Ραΐσα.
Πίνοντας τσάι με τη γιαγιά, η Τάσα άρχισε να ετοιμάζεται για το αεροδρόμιο:
– Θα σου τηλεφωνώ, γιαγιά, και εσύ να με παίρνεις – να το, σου έγραψα τον αριθμό στο χαρτάκι. Σε πέντε μήνες θα έρθω.
Αποχαιρέτησε ζεστά τη γιαγιά, είπε ευγενικά «Αντίο» στη Ραΐσα και έφυγε.
Τον πρώτο μήνα κάλεσε τη γιαγιά της τρεις φορές, μιλούσε μαζί της μόνο στο σταθερό, γιατί η γιαγιά δεν έμαθε ποτέ το κινητό:
– Τι να μάθω τέτοια τεχνολογία στα ενενήντα μου, και φοβάμαι – μη πατήσω λάθος κουμπί και το χαλάσω.
Μία φορά η γιαγιά πήρε μόνη της τη δισέγγονη – για να της ευχηθεί χρόνια πολλά.
Μετά, όσο κι αν προσπαθούσε η Τάσα, δεν μπορούσε να την πιάσει.
Τότε κάλεσε το τηλέφωνο της Ραΐσας.
– Έκοψα το σταθερό – όλοι έχουν κινητά, γιατί να πληρώνω; Και μιλάτε και πολύ!
Ξέρεις τι λογαριασμό μου ήρθε στο τέλος του μήνα;
– Εντάξει, Ράγια, δώστε το κινητό στη γιαγιά να της πω δυο λόγια, – ζήτησε η Τάσα.
– Κοιμάται η γιαγιά σου, – απάντησε η Ραΐσα και έκλεισε.
Η Τάσα κάλεσε ξανά μετά από δυο ώρες. Η Ραΐσα τους άφησε να μιλήσουν μόνο ένα λεπτό.
Τελικά η Τάσα και ο Κύριλλος επέστρεψαν.
Πήγαν πρώτα στο δικό τους διαμέρισμα για να αφήσουν τα πράγματα και μετά πήγαν στη Ραΐσα.
Ήταν νωρίς, αλλά ο ήλιος του Ιουλίου είχε ήδη βγάλει τις ηλικιωμένες στις εξώπορτες.
– Καλημέρα σας, – χαιρέτησαν χαμογελαστά.
– Κι εσύ καλημέρα, αν δεν κάνεις πλάκα! Δεν ντρέπεσαι να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια; – είπε στην Τάσα μια από τις γριές.
– Τι έγινε, κυρία Κλαούντια; – ρώτησε η Τάσα.
– Δεν ντρέπεσαι, λέω, να βάλεις τη γιαγιά σου στα ενενήντα σε γηροκομείο;
– Ποιος την έβαλε; Ποια; – παραξενεύτηκε η Τάσα.
– Την Αντονίνα Ζαχάροβνα, τη προγιαγιά σου. Η Ράγια την πήγε, είπε ότι εσύ το ζήτησες.
Χωρίς να ακούσει άλλα, η Τάσα και ο Κύριλλος έτρεξαν στην είσοδο και ανέβηκαν σχεδόν τρέχοντας στον δεύτερο όροφο.
Με τα κλειδιά της άνοιξε η Τάσα την πόρτα και έμεινε παγωμένη: το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο.
Στην κουζίνα ανακάτευε η μητριά, στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση καθόταν ένας νεαρός – ο γαμπρός της Ραΐσας, από το δωμάτιο της γιαγιάς πετάχτηκαν δύο αγοράκια 4-5 ετών.
Πίσω από τον Κύριλλο άνοιξε η πόρτα του μπάνιου και βγήκε η κόρη της Ραΐσας με ρόμπα και πετσέτα στο κεφάλι.
– Τι γίνεται εδώ; Πού είναι η γιαγιά; – φώναξε η Τάσα.
– Εδώ μένουμε, – απάντησε με τα χέρια στη μέση η Ραΐσα.
– Σε μένα ως σύζυγο ανήκει το μισό διαμέρισμα.
Το άλλο μισό μοιράζεται μεταξύ εμένα και εσένα.
Οπότε έχεις εδώ μόνο ένα τέταρτο. Τα έμαθα όλα. Στο μεγάλο μέρος μου θα μείνει η οικογένεια της κόρης μου.
Και τη γριά την έστειλα εκεί που της αρμόζει – στο γηροκομείο.
– Καλά που τα ξέρετε αυτά, Ράγια, έχετε κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει το δικαίωμα σας στο διαμέρισμα; – ρώτησε ο Κύριλλος.
– Θα πάμε σε ένα μήνα στον συμβολαιογράφο και θα μάθουμε, – απάντησε η Ραΐσα.
– Γιατί δεν πήγατε νωρίτερα; Εγώ από τον Φεβρουάριο άνοιξα υπόθεση κληρονομιάς μέσω του εκπροσώπου μου.
– Πρέπει να περιμένουμε έξι μήνες! – αγανάκτησε η Ραΐσα.
– Δεν ξέρω ποιος σας συμβούλεψε, αλλά αύριο πάμε στον συμβολαιογράφο και θα μάθουμε τα πάντα.
Τώρα δώστε μου τη διεύθυνση που βάλατε τη γιαγιά. Θα πάμε σε αυτή.
Και εσείς αρχίστε να μαζεύετε σιγά σιγά τα πράγματά σας, – είπε η Τάσα.
Ο Κύριλλος βρήκε διαδρομή με το GPS:
– Έξω από την πόλη είναι το γηροκομείο. Θα κάνουμε περίπου μιάμιση ώρα.
Τελικά έκαναν πάνω από δύο ώρες. Το γηροκομείο βρισκόταν στην άκρη ενός μικρού οικισμού. Το όνομα φάνηκε οικείο στην Τάσα.
– Κύριλλε! Η Ραΐσα από αυτό το χωριό είναι!
Μας είχε πει ότι ήθελε να φύγει από δω για την πόλη.
Έφυγε – πρώτα χάλασε τη ζωή σε έναν άντρα, μετά σε εμάς. Σίγουρα μέσω γνωστού έβαλε τη γιαγιά εδώ!
Αφήνοντας το αυτοκίνητο στην πύλη, μπήκαν μέσα.
Τους σταμάτησε ένας άντρας με μπλε ρόμπα:
– Σε ποιον πάτε;
– Στη διεύθυνση σας, – απάντησε ο Κύριλλος.
– Πώς λέγεται; Διευθύντρια, υπεύθυνη…
– Μπορεί να μην είναι μέσα, πρέπει να ρωτήσετε, – επέμενε ο άντρας.
– Γι’ αυτό ρωτάω – πηγαίνετέ μας στο γραφείο.
– Νικολάεβνα! – φώναξε ο άντρας, – Είναι μέσα η Καλερία Παβλόβνα;
– Πού να πάει, κάθεται, – απάντησε μια γυναικεία φωνή.
Τους πήγε στο γραφείο, έδειξε την πόρτα κι έφυγε.
Ο Κύριλλος χτύπησε, άκουσαν πρόσκληση και μπήκαν.
Μόλις είδε ποια καθόταν στο γραφείο, ο Κύριλλος σφύριξε:
– Γεια σας, Καλερία Παβλόβνα!
Η Τάσα κοιτούσε τη γυναίκα και δεν μπορούσε να πει λέξη: μπροστά της ήταν η Ραΐσα, μόνο δέκα χρόνια νεότερη.
– Η αδελφή μου με προειδοποίησε ότι θα έρθετε.
Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η γιαγιά σας είναι εντελώς αποπροσανατολισμένη. Με την κατάστασή της, καλύτερα να μείνει εδώ.
– Ας δούμε μόνοι μας πώς είναι, – είπε η Τάσα.
– Γιατροί είστε; – τους κοίταξε αφ’ υψηλού η Καλερία Παβλόβνα.
– Όχι, αλλά αν χρειαστεί, σε λίγο θα είναι εδώ και γιατρός και δικηγόρος και αστυνομία, – είπε ο Κύριλλος.
– Εντάξει, αλλά σας προειδοποίησα, – είπε η διευθύντρια και σηκώθηκε.
Προχώρησαν σε έναν μακρύ διάδρομο και μπήκαν σε ένα δωμάτιο που ήταν πολύ στενό, αν και είχε μόνο τέσσερα κρεβάτια και ισάριθμα κομοδίνα.
Ο αέρας ήταν βαρύς. Δύο ηλικιωμένες κάθονταν στα κρεβάτια, το ένα ήταν άδειο.
Στο πιο πίσω, δίπλα στο παράθυρο, ήταν η γιαγιά. Κοιμόταν.
– Γιαγιά! – σκύβει πάνω της η Τάσα.
– Γιαγιά, ήρθαμε για σένα, ξύπνα.
Η γιαγιά με δυσκολία άνοιξε τα μάτια, προσπάθησε να πει κάτι αλλά ξανακοιμήθηκε.
– Να, βλέπετε, δεν είναι καλά, – είπε η Καλερία Παβλόβνα.
– Της έκαναν ένεση πριν έρθετε, – είπε μια από τις γιαγιάδες.
– Μη λες ανοησίες! – φώναξε η διευθύντρια.
– Αλήθεια λέω, δεν σε φοβάμαι, – επέμεινε η ηλικιωμένη.
– Τι της κάνατε; – φώναξε η Τάσα στην Καλερία Παβλόβνα.
– Είναι 93 χρονών! Αν δεν αντέξει η καρδιά της, θα είναι δολοφονία!
Η διευθύντρια χλώμιασε, στο δωμάτιο μπήκε η νοσοκόμα:
– Μόνο υπνωτικό ήταν! Η Καλερία Παβλόβνα το ζήτησε και το έκανα, – είπε φοβισμένη.
Ο Κύριλλος ήδη μιλούσε στο τηλέφωνο:
– Άρθουρ, φέρε ασθενοφόρο με όλα τα απαραίτητα.
Τρέξτε στη διεύθυνση που θα στείλω τώρα. Πάρε κιόλας τον Νικολάι Γιούριεβιτς – να βάλει την τοπική αστυνομία να δουλέψει.
Θέμα: παράνομη στέρηση ελευθερίας και κράτηση ατόμου.
Η Καλερία Παβλόβνα κάθισε σε άδειο κρεβάτι:
– Τι έκανα; Η αδελφή μου με παρακάλεσε να κρατήσω τη γιαγιά, και δεν ήταν κόπος για μένα.
– Τι σας υποσχέθηκε για τον κόπο η Ραΐσα Παβλόβνα; – ρώτησε η Τάσα.
– Ένα διαμέρισμα, – απάντησε σαστισμένη η διευθύντρια.
– Να προσεύχεστε να είναι καλά η γιαγιά, αλλιώς θα κοιμάστε δέκα χρόνια σε κοιτώνα, – απείλησε ο Κύριλλος.
Ήρθε ο Άρθουρ με γιατρούς. Ήρθαν και δύο αστυνομικοί.
Οι γιατροί ανέλαβαν τη γιαγιά, οι υπόλοιποι πήγαν στο γραφείο όπου η Τάσα έκανε καταγγελία και οι αστυνομικοί πήραν καταθέσεις από όλους.
Η ηλικιωμένη που μίλησε για την ένεση υπέγραψε ήρεμα το πρωτόκολλο, η νοσοκόμα ήταν πολύ νευρική, η Καλερία Παβλόβνα έτρεμε και έπινε συνεχώς νερό.
Μπήκε ο γιατρός και είπε ότι η γιαγιά είναι καλά, αλλά θα τη μεταφέρουν στην κλινική. Ο Κύριλλος ευχαρίστησε και σημείωσε τη διεύθυνση του νοσοκομείου.
Όταν τελείωσε η αστυνομία, η Τάσα, ο Κύριλλος και ο Άρθουρ έφυγαν.
Ο Άρθουρ έδωσε στην ηλικιωμένη την κάρτα του και της ζήτησε να μην διστάσει να τηλεφωνήσει αν έχει προβλήματα.
Η Τάσα της άφησε κι αυτή το τηλέφωνό της.
Την επόμενη μέρα η Τάσα επισκέφτηκε τη γιαγιά στο νοσοκομείο.
Η Αντονίνα Ζαχάροβνα αισθανόταν καλά και ήθελε πολύ να επιστρέψει σπίτι.
– Μείνε δυο μερούλες εδώ και θα σε πάρουμε, – της έλεγε η Τάσα.
– Θα έρχομαι κάθε μέρα. Να γίνεις καλά και να φέρεσαι σωστά.
Μετά το μεσημεριανό η Τάσα και η Ραΐσα πήγαν στον συμβολαιογράφο. Ο Άρθουρ τους περίμενε ήδη.
Όταν η γυναίκα άκουσε ότι ο αποθανών σύζυγος της άφησε ένα διαμέρισμα, και στη θετή της κόρη το εξοχικό, αγανάκτησε:
– Αυτό το διαμέρισμα που μένουμε τώρα, σε ποιον το άφησε ο Αρσένι;
– Αυτό το διαμέρισμα δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιά, δεν το κατείχε, – εξήγησε ο δικηγόρος.
– Γιατί; – φώναξε η Ραΐσα.
– Γιατί το διαμέρισμα είναι δικό μου, – απάντησε η Τάσα.
– Ανήκε στη μητέρα μου και το άφησε σε μένα.
Ο πατέρας ποτέ δεν το κατείχε, απλώς μέναμε όλοι μαζί για ευκολία.
Οι γονείς μου όταν ήταν παντρεμένοι αγόρασαν το εξοχικό και το μικρό διαμέρισμα – μπήκα εκεί στα 18.
Όταν πέθανε η μαμά, τα περάσαμε όλα αυτά στο όνομα του πατέρα.
– Έτσι, η Ραΐσα Παβλόβνα, το εξοχικό και το διαμέρισμα ήταν προγαμιαία περιουσία του Αρσένι Ιβάνοβιτς και μπορούσε να τα διαθέσει όπως ήθελε.
– Και το αυτοκίνητο; – φώναξε η Ραΐσα.
– Ένα μήνα πριν πεθάνει πούλησε το παλιό και ήθελε να πάρει καινούριο.
Πού είναι τα λεφτά και όσα ήθελε να προσθέσει για το νέο; Τι έχει στο λογαριασμό του;
– Υπάρχουν μόνο 60.000. Θα μοιραστούν ως κοινά αποκτηθέντα: εσείς θα πάρετε 45.000 και η Ταΐσια Αρσένιεβνα 15.000.
– Και η Αντονίνα Ζαχάροβνα δεν δικαιούται τίποτα; Δεν έχει δικαίωμα σε υποχρεωτικό μερίδιο; – ρώτησε ο Άρθουρ.
– Το συζητήσαμε με συναδέλφους, αλλά δεν καταλήξαμε.
Άλλοι είπαν ότι είναι πρώτη τάξη κληρονόμων, άλλοι δεύτερη γιατί κληρονομεί μέσω γενιάς.
Αλλά όλα τα έλυσε η ίδια η Αντονίνα Ζαχάροβνα – σήμερα το πρωί παραιτήθηκε της κληρονομιάς υπέρ των άλλων.
– Συμπερασματικά: Εσείς, Ραΐσα Παβλόβνα, ζήσατε πέντε χρόνια με τον Αρσένι και κληρονομήσατε το μικρό διαμέρισμα.
Δεν είναι άσχημα, – είπε ο δικηγόρος.
Και πώς τελείωσε όλο αυτό;
Η Ραΐσα Παβλόβνα μετακόμισε στο μικρό διαμέρισμα – πολύ δυσαρεστημένη. Δεν μπορούσε πια να φιλοξενήσει την οικογένεια της κόρης της.
Η Τάσα και ο Κύριλλος πήραν τη γιαγιά από την κλινική και έμειναν μαζί της στο τετράδωματιο που ανήκε στην Τάσα.
Το διαμέρισμα του Κύριλλου το νοίκιαζαν.
Όταν η Τάσα τακτοποιούσε τα πράγματα της γιαγιάς, βρήκε τραπεζικά χαρτιά.
– Γιαγιά, τι χαρτιά είναι αυτά στον κόκκινο φάκελο;
– Δεν ξέρω, ο Αρσούσα μου τα έδωσε δυο εβδομάδες πριν πεθάνει και μου είπε: «Άστα σ’ εσένα προς το παρόν.
Ή θα τα πάρω ή θα τα δώσεις στην Τάσα».
Ο Κύριλλος είδε:
– Είναι λογαριασμός στο όνομα της Αντονίνα Ζαχάροβνα. Έχει 920.000. Γιαγιά, είσαι σχεδόν εκατομμυριούχος!
– Αυτά είναι τα λεφτά για το αυτοκίνητο που έψαχνε η Ραΐσα, – είπε η Τάσα.
– Τώρα αυτά είναι δικά σου, γιαγιά.
– Και μπορώ να κάνω ό,τι θέλω με αυτά; – ρώτησε η Αντονίνα.
– Φυσικά.
– Τότε να πάρουμε δυο μεγάλες τηλεοράσεις στο γηροκομείο.
Εκεί έχουν μόνο έναν παλιό στον δεύτερο όροφο και στον πρώτο κανέναν. Και δεν μπορούν όλοι οι γέροι να ανεβαίνουν σκάλες, – εξήγησε.
Λίγες μέρες μετά, η Τάσα και ο Κύριλλος πήγαν στο γηροκομείο με δύο καινούριες τηλεοράσεις και κουτιά σοκολατάκια επτά κιλών.
Περίμεναν να συναντήσουν την Καλερία Παβλόβνα, αλλά βγήκε ο νέος διευθυντής – γύρω στα πενήντα. Στην αρχή παραξενεύτηκε, μετά χάρηκε και διέταξε να τοποθετηθούν οι τηλεοράσεις στα σαλόνια του πρώτου και δεύτερου ορόφου.
Οι γέροι χάρηκαν και για τα γλυκά.
Και τι απέγινε η Καλερία Παβλόβνα; Αυτή την έπαθε χειρότερα – την απέλυσαν με αποζημίωση. Τέτοια λύπη.
Η γιαγιά έζησε άλλα τέσσερα χρόνια και πρόλαβε να κρατήσει στα χέρια της το δισέγγονό της – την Τόνια, που γεννήθηκε έναν χρόνο μετά από όλα αυτά.







