Τρεις μέρες.

Η Νατάσα μαζεύτηκε εσωτερικά όταν είδε την ανιψιά του συζύγου της, την Ολέσια.

Το κορίτσι, χωρίς να κοιτάξει στα μάτια και ρουφώντας τη μύτη της, έδωσε ένα διπλωμένο στη μέση φύλλο χαρτί με τετραγωνάκια και έτρεξε γρήγορα μακριά.

Η Νατάσα άνοιξε το φύλλο, εσωτερικά περίμενε κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και αυτά που διάβασε δεν την σόκαραν τόσο πολύ.

«Νατάσα, φεύγω, συγγνώμη.

Ναι, φέρομαι σαν δειλός, αλλά δεν έχω δυνάμεις, κουράστηκα, συγγνώμη, τα παιδιά δεν θα τα αφήσω, αλλά μαζί σου δεν θα ζήσω.

Το σπίτι το πούλησα, εδώ είναι το μερίδιό σου.

Πήγαινε στη μητέρα σου.

Εκεί θα σου φτάσουν τα χρήματα για τον πρώτο καιρό.»

Η Νατάσα άφησε αδιάφορα τα χέρια της και στεκόταν ελαφρώς λικνιζόμενη, κοιτούσε αδιάφορα τα διασκορπισμένα χαρτάκια.

– Νατασένια… τι είναι εκεί; — ψιθύρισε η γιαγιά Βέρα, κοιτώντας στα μάτια της Νατάσας, — τηλεγράφημα;

– Όλα καλά… γιαγιά… πήγαινε να πιεις τσάι, έχω και μπισκότα… πρέπει να τα βγάλω, αλλιώς θα καούν.

Το άρωμα της βανίλιας και της καμένης ζύμης απλώθηκε στο δωμάτιο.

Περίμενε κάτι τέτοιο, το σπίτι ήταν του Βίκτορ, το είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του, τελευταία δεν ερχόταν συχνά σπίτι για τη νύχτα, έλεγε ότι καθυστερούσε στον αδελφό του, χτίζανε εκεί χοιροστάσιο.

Έλεγε ότι έπρεπε να προλάβουν πριν τους παγώσει ο καιρός, στη Νατάσα έφταναν αόριστες φήμες, η γυναίκα του αδελφού του Βίκτορ, η Σβετλάνα με τα ανήσυχα μάτια, προσπαθούσε να της πει κάτι, της έδινε υπονοούμενα, αλλά η Νατάσα δεν άκουγε ή δεν ήθελε να ακούσει.

– Μαμά, — φώναξε από έξω ο δεκάχρονος Βανιούσκα, — μαμά, ο θείος Πέτια, ο γείτονας, ζητάει να βγεις.

– Γιαγιά, πρόσεχε την Κατιούσα, έρχομαι αμέσως, — είπε, φόρεσε το παλτό της και βγήκε έξω.

– Λοιπόν, Νατάλια, γεια σου, ήρθα να δω, να… εγώ… αυτό δηλαδή…

– Το σπίτι εσείς;

Έγνεψε καταφατικά.

– Μην εκνευρίζεσαι, αν δεν το έκανα εγώ, κάποιος άλλος θα το έκανε.

Αλλά εσύ να μείνεις όσο χρειαστεί, μέχρι να μεγαλώσει η Κσένια μου, είναι για αυτή… έτσι, γειτονικά.

– Δώστε μου τρεις μέρες και θα φύγω, — είπε ψυχρά και μπήκε στο σπίτι.

– Πού πας, Νατάσα…

Έκλεισε σιωπηλά την πόρτα.

Μετά έτρεξε μέσα ο Βανιούσκα, με κόκκινα μάγουλα από το κρύο.

– Μαμά;

– Όλα καλά, γιε μου.

– Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς;

Τον τράβηξε κοντά της, αγκάλιασε το λεπτό του σώμα, τον φίλησε στο ιδρωμένο κεφάλι, μύρισε τη μυρωδιά του και…

άρχισε να κλαίει, σκουπίζοντας ήσυχα τα δάκρυα.

– Μαμά, έφυγε, έτσι; Έφυγε;
Έγνεψε.

– Θα τον σκοτώσω.

– Όχι, παιδί μου, μην το κάνεις, είμαστε δυνατοί, θα τα καταφέρουμε.

Άρχισε να κλαίει η Κατιούσκα, την ηρέμησε, έβαλε τα παιδιά να φάνε.

Πήγε στο δωμάτιο της γιαγιάς Βέρας.

Εκείνη καθόταν στο παράθυρο, τρέμοντας ήσυχα τους λεπτούς ώμους της.

– Νατάσα, βοήθησέ με να γραφτώ σε γηροκομείο.

– Τι; Τρελάθηκες;

Η γιαγιά Βέρα ήταν αδελφή της μακαρίτισσας γιαγιάς Βάλιας.

Η γιαγιά Βέρα είχε δύο κόρες, σχετικά ευκατάστατες, το χωριουδάκι όπου έμενε η γιαγιά Βέρα διαλύθηκε, άλλους τους πήραν τα παιδιά, άλλους σε γηροκομείο.

Η γιαγιά Βέρα δεν ταίριαξε πουθενά, η μία κόρη έμενε μακριά, στη Σιβηρία, η άλλη σε μια μικρή πόλη, όχι πολύ μακριά από εκεί που ζούσε η Νατάσα με τον άντρα και τα παιδιά της.

Η δεύτερη κόρη ζήτησε από τη Νατάσα να φιλοξενήσει για λίγο τη γιαγιά, το σπίτι της ήταν μεγάλο, θα την βοηθούσε και με το παιδί.

Η πρώτη διέκοψε κάθε σχέση, μόλις φάνηκε ότι θα έπρεπε να πάρει τη μητέρα της, έτσι η γιαγιά Βέρα έμεινε με τη Νατάσα, η Κατιούσκα είναι πια έξι χρονών.

– Μη λες ανοησίες, θα έρθεις μαζί μας.

– Πού, Νατασένια;

– Ακόμη δεν ξέρω, θα δούμε.

Η Νατάσα δεν θεωρούσε τον Βίκτορα κάθαρμα επειδή την άφησε χωρίς σπίτι με παιδιά, πάντα ήξερε ότι το σπίτι δεν ήταν δικό της, ονειρευόταν να φτιάξει το δικό της σπίτι με τον Βίκτορα και τα παιδιά, αλλά δεν έμελλε.

Τηλεφώνησε στη μητέρα της.

Εκείνη αναστέναξε, απείλησε να μηνύσει τον γαμπρό της, με κάθε τρόπο.

– Τι θα κάνεις; Πήγαινε, πήγαινε σ’ αυτόν τον κάθαρμα, να αφήσει το σπίτι σε σένα και τα παιδιά, πέταξέ του αυτά τα βρώμικα λεφτά στη μούρη.

– Όχι, — είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Τη μητέρα της την καταλάβαινε, είχε άλλη οικογένεια εδώ και καιρό, άλλα παιδιά.

Ο πατριός της μόλις άντεξε να τελειώσει το σχολείο η Νατάσα και την έδιωξε από το σπίτι.

Γνώρισε τον Βίκτορα, βγήκαν για έναν χρόνο, μετά παντρεύτηκαν.

Ήταν χαρούμενη, πόσο καλός ήταν…

Η μητέρα της ξαναπήρε.

– Νατάσα, η σύνδεση κόπηκε, πού θα πας τη γιαγιά Βέρα;

– Σίγουρα δεν θα τη φέρω σε σένα.

– Γιατί το λες αυτό;

– Δεν έχω χρόνο.

Πήρε το παλιό μπλοκάκι, βρήκε έναν αριθμό.

Βγήκε έξω, κάλεσε.

– Ναι, θεία Νατάσα, — είπε στην οποία είχε δοθεί το όνομά της, — χώρισα με τον Βίκτορα, να φέρω τη γιαγιά Βέρα σε σένα;

– Όχι, τι λες, έχω πίεση.

Κάτσε εκεί, τι κάνετε;

– Είναι μητέρα σου, έχεις τρία δωμάτια.

– Και τι; Έχω πίεση, έρχονται τα εγγόνια…

– Κατάλαβα.

Ταξίδευαν σε βαγόνι τρίτης θέσης.

Μια λεπτή νέα γυναίκα, σχεδόν κορίτσι, με μεγάλα θλιμμένα μάτια, ένα αγόρι, ήσυχο και σοβαρό, ένα κοριτσάκι με ζωηρά μάτια και μια ισχνή γριούλα που σκούπιζε ήσυχα τα δάκρυά της.

— Γεια σου, μπαμπά.

– Νατάσα… παιδιά; Ω, γιαγιά Βάλια;

– Βέρα…

– Τι;

– Αυτή είναι η γιαγιά Βέρα.

– Περάστε, περάστε.

– Μπαμπά, δεν θα περάσουμε, δώσε μου τα κλειδιά του διαμερίσματός μου, είναι ζωντανό;

– Ποιο, κόρη;

– Το διαμέρισμά μου, που μου άφησε η γιαγιά Μάσα, η μητέρα σου.

– Α, ναι βέβαια, εσείς περάστε, Λούδα, Λούσια… τι ευτυχία, η κόρη μου με τα εγγονάκια επίσκεψη…

Λούσια, και με τη γιαγιά Βέρα, ελάτε, ελάτε.

Ξέρεις, εδώ μένουν άνθρωποι.

– Τότε θα πάμε σε ξενοδοχείο, μπαμπά, μέχρι να βρουν νέο σπίτι.

– Ποιο ξενοδοχείο, — χαμογέλασε η Λουντμίλα, — εμείς ξένοι είμαστε;

Σε τρεις μέρες η Νατάσα άκουσε το ψιθύρισμα της Λουντμίλας για το πότε θα φύγουν οι επισκέπτες.

– Μπαμπά, τι γίνεται με τους ανθρώπους; Πότε θα φύγουν;

Η Λουντμίλα άφησε το κουτάλι, ο πατέρας πνίγηκε με τη σούπα που είχε μαγειρέψει η Νατάσα.

– Καταλαβαίνεις, κόρη… εκεί…

– Δεν έχεις κανένα διαμέρισμα, κοίτα ποια νομίζεις ότι είσαι, ο πατέρας σου πλήρωνε διατροφή μέχρι τα δεκαοκτώ…

– Μέχρι τα δεκαέξι.

– Τι;

– Σας λέω, μέχρι τα δεκαέξι, θυμάστε που ήρθα να σας δω και με πήγατε να υπογράψω παραίτηση από διατροφή;

Σφίγγει τα χείλη η Λουντμίλα.

– Λοιπόν, μπαμπά; Πρέπει να αποφασίσουμε, κουραστήκαμε να ζούμε έτσι.

– Γιατί σωπαίνεις; Πες της.

Δεν υπάρχει τέτοιο διαμέρισμα πια, δεν υπάρχει.

– Πώς δεν υπάρχει, μπαμπά;

Δεν κοιτάζει στα μάτια.

Εγώ και η μητέρα σου… το πουλήσαμε, μοιραστήκαμε τα χρήματα… αμέσως.

– Πώς; Ήταν για μένα… Η γιαγιά Μάσα το άφησε σε μένα…

– Και τι έγινε; Είναι γιος, να λες ευχαριστώ που σας έδωσε λίγα χρήματα…

– Δώστε μου προθεσμία τρεις μέρες…

– Κόρη μου…

– Τρεις μέρες.

– Μανούλα, πού θα πάμε;

– Εδώ θα ζήσεις, παιδί μου, είμαστε δυνατοί, θα τα καταφέρουμε.

Αυτός είναι ο τόπος μου.

Δεν πρέπει να λυγίσουμε, έχουμε τη γιαγιά Βέρα και την Κατιούσκα.

– Ναι! Θα πάω σχολείο εδώ μετά τις διακοπές;

– Ναι.

— Συγγνώμη, δεν νοικιάζουμε σε οικογένειες με παιδιά.

– Είστε σίγουρα φερέγγυα;

– Θέλω τρεις μήνες προκαταβολή.

– Θα τα βρούμε; Χωρίς άντρα;

– Εδώ είναι το δωμάτιο, έχει τουαλέτα, οι άλλοι πάνε έξω.

Νερό το χειμώνα ζεστό, υπάρχει και κρύο, το ντους στη γειτόνισσα, θα τη γνωρίσετε, είναι κι εκείνη μόνη… Προκαταβολή δύο μηνών.

– Έχετε εμπειρία;

– Δεν παίρνουμε χωρίς εμπειρία.

– Μικρά παιδιά;

– Συγγνώμη, δεν μας κάνετε…

– Χωρίς εμπειρία; Θα μάθω.

Με λένε Μπόρις, αυτή είναι η ομάδα μας.

Νέα, θα μάθει γρήγορα.

Κορίτσια, υποδεχτείτε τη…

Νέα, έχεις τρεις μέρες για εκπαίδευση και μετά στη δουλειά.

Πολλά σπίτια νοικιάζονται, τώρα πάνε καλά οι αγορές, μέχρι να αγοράσεις θα μείνεις νοικιασμένη, θα εκπαιδευτείς και θα ξεκινήσεις συναλλαγές…

Πάλι τρεις μέρες, σκέφτεται η Νατάσα.

Γιαγιά, παιδιά, μετακομίζουμε.

– Πού; — φοβισμένος ο Βανιούσκα.

– Θα δεις!

– Ουάου! Εδώ θα μείνουμε;

– Ναιιι.

Αυτό είναι το δωμάτιο για σένα και την Κατιά, εμείς με τη γιαγιά στο άλλο.

– Και το τρίτο σε ποιον, μαμά;

– Ουάου, τέλειο…

Κλαίει η γιαγιά Βέρα.

– Είμαι βάρος για σένα, παιδί μου, τρία χρόνια μόνη σου, είναι φυσιολογικό; Αν δεν ήμουν εγώ, ίσως να έβρισκες άντρα, είσαι τόσο ικανή, δώσε με…

– Τι λες; Είμαστε οικογένεια, κατάλαβες; Οικογένεια.

Κανείς δεν μας θέλει, ακούς; Μόνο τα παιδιά, σε ευχαριστώ που τα φροντίζεις, που όλα τα κάνεις εσύ, είσαι βοηθός μου, τι θα ήμουν χωρίς εσένα; Ποια θα ήμουν χωρίς εσάς;

Ήθελα να σε ρωτήσω, συμβουλή.

Ο Μπόρις Αρκάντιεβιτς προτείνει να πάω να σπουδάσω, χρειάζεται καλό νομικό, η εταιρεία μεγαλώνει.

– Πήγαινε, πήγαινε, κορίτσι μου, θα βοηθήσω όσο μπορώ, πήγαινε αγάπη μου.

– Μαμά, αλήθεια αγοράζουμε σπίτι;

– Ναιιι, η Κατιά άκουσε;

– Όχι, η γιαγιά το είπε μυστικά.

– Ναι, αγόρι μου, αφού χωρίσω με τον μπαμπά.

Ο Βάνια είναι πια έφηβος, πρώτη φορά μιλήσαμε για τον πατέρα.

Η βοήθεια που υποσχέθηκε… Και δεν υπήρξε ποτέ καμία βοήθεια…

– Ουάου, μαμά, αυτό είναι δικό μας; Όλο δικό μας; Τόσο μεγάλο; Και θα έχουμε δικά μας δωμάτια εγώ και ο Βάνια;

– Ναιιι, και η γιαγιά, και εγώ!

– Ουάου, θα έχουμε και επισκέπτες εδώ;

– Εδώ…

– Αλό, Νατάσα, η μαμά έχει σήμερα γενέθλια.

– Σοβαρά;

– Ναι, — με δυσαρέσκεια, — δεν το ξέρεις; Επτά Ιουνίου.

– Ναι, μόνο που είναι Ιουλίου.

– Ναι;

– Ναι.

Μόλις δύο χρόνια που δεν έχουμε πια τη γιαγιά, μείναμε ορφανοί…

– Τι; Το έκρυψες από μένα ότι η μητέρα μου δεν ζει;

– Εγώ το έκρυψα; Σε έπαιρνα τηλέφωνο, έστελνα μηνύματα, κρυβόσουν, μετά η κόρη σου είπε να σας αφήσω ήσυχες, σας άφησα.

Η αδελφή σου το ξέρει, ζήτησε τα χρήματα της γιαγιάς, τα χρειάζεται περισσότερο.

– Ποια χρήματα;

– Δεν ξέρω, εσείς ξέρετε.

Ίσως νομίζατε ότι ζούσε μαζί μου και έβαζε τη σύνταξή της στην άκρη για τις κόρες της.

– Δηλαδή δεν υπάρχουν χρήματα;

Η Νατάσα έκλεισε το τηλέφωνο.

Μέτρησε μέχρι το τρία.

Φου.

Μέρα μνήμης της γιαγιάς, είναι σαν να είναι μαζί της.

Έλεγε ότι ο Βάνια τελείωσε το σχολείο, βρήκε καλή κοπέλα, η Κατερίνα τελείωσε το σχολείο, κι εκείνη ετοιμάζεται για αλλαγές στη ζωή της.

– Γιαγιά, θυμάσαι τον Σεργκέι, — ψιθυρίζει η Νατάσα, — θυμάσαι που με παρακαλούσες ότι είναι καλό παιδί…

Μάλλον θα σε ακούσω… Μου έδωσε τρεις μέρες, να το σκεφτώ, είπε ότι περίμενε πολύ.

Μηνανησυχείς, δεν είμαι μόνη.

Ο ήλιος έριξε μια ματιά πίσω από τα σύννεφα και αγκάλιασε τρυφερά τη Νατάσα με τις ακτίνες του.

Αυτή είναι η γιαγιά Βέρα, σκέφτηκε.

Καλημέρα, αγαπημένοι μου!

Σας αγκαλιάζω δυνατά! Τώρα χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον περισσότερο από ποτέ.

Ο Θεός είναι μαζί μας!

Σας αγκαλιάζω δυνατά.

Στέλνω τις ακτίνες της καλοσύνης και της θετικής μου ενέργειας.