Στο διπλανό δωμάτιο ακούστηκε ένας θόρυβος.
Ρίχνοντας την κατσαρόλα, η Ουστίνια έτρεξε εκεί.

Το αγόρι κοίταζε συγκεχυμένο το σπασμένο βάζο.
— Τι έκανες; — φώναξε η οικοδέσποινα και χτύπησε τον εγγονό με μια υγρή πετσέτα.
— Γιαγιά, θα το καθαρίσω αμέσως! — έτρεξε προς τα θραύσματα.
— Εγώ θα σου καθαρίσω τώρα, — και η πετσέτα ξαναέπεσε στην πλάτη του αγοριού. — Κάτσε στο κρεβάτι και μη κουνιέσαι!
Καθάρισε, γύρισε στην κουζίνα. Στο πάτωμα υπήρχε μια λίμνη νερού όπου βρισκόταν η πατάτα, καλά που ήταν ακόμα ωμή.
Την μάζεψε, την έπλυνε και την έβαλε στο φούρνο.
Κάθισε και ξέσπασε σε κλάματα, κατηγορώντας νοερά την κόρη της:
«Γιατί, γιατί όλοι έχουν φυσιολογικές οικογένειες; Και εγώ; Ο άντρας μου δεν υπάρχει, και η κόρη μου επίσης.
Μακάρι να έμενε έτσι. Αλλά η κόρη πήγε στην πόλη στο σταθμό και θα μου φέρει πάνω στο κεφάλι έναν καινούριο άντρα… έναν φύλακα φυλακής.
Μάλιστα, είναι καλός, λένε. Τρεις χρόνια αντάλλασσαν γράμματα.
Αγάπη τους, αλλά η ίδια δεν τον έχει δει ποτέ από κοντά. Και τώρα θα μείνει μαζί μας.
Εκτός από το ότι ταΐζω εγώ την ίδια με τον εγγονό, τώρα θα πρέπει να τον ταΐζω κι αυτόν.
Αλλά αυτόν τον «γαμπρό» θα τον διώξω! Θα φύγει σαν καλό παιδί».
— Γιαγιά, μπορώ να πάω έξω;
— Πήγαινε, πήγαινε! Απλώς ντύσου καλά. Και μη πας στον ποταμό, από μέρα σε μέρα θα ξεκινήσει η τήξη των πάγων.
— Εντάξει, γιαγιά!
«Φαίνεται πως φτάσαμε», — η Ουστίνια κοίταξε από το παράθυρο. — Από εδώ φαίνεται ότι όλο το πρόσωπο έχει ουλές. Τι κάνει πάλι, αυτή η τρελή; Εκτός από το ότι είναι φύλακας φυλακής, είναι και άσχημη».
Η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν μέσα.
— Μαμά, γνώρισε! Αυτός είναι ο Χαρίτων.
Η Ουστίνια τον μέτρησε με το βλέμμα της, σχεδόν γνέφοντας, και άρχισε να βγάζει τις πατάτες από το φούρνο.
Τις έβαλε σε ένα πιάτο. Τοποθέτησε δίπλα μανιτάρια, αγγούρια, λάχανο. Και ένα μπουκάλι με θολό υγρό.
— Καθίστε! — είπε αυστηρά δείχνοντας το τραπέζι.
— Ευχαριστώ, θεία Ουστίνια! — είπε ο άντρας. — Αλλά δεν πίνω.
— Τίποτα καθόλου; — χαμογέλασε η οικοδέσποινα.
— Τίποτα καθόλου.
Η Ουστίνια έκανε μια γκριμάτσα — οι άντρες που δεν έπιναν πάντα προκαλούσαν υποψίες στο χωριό.
— Όπως θέλετε. Φάτε! — έβαλε το μαντήλι στο κεφάλι. — Θα πάω να δω πού είναι ο Γιαρόσλαβ.
—
Η οικοδέσποινα βγήκε στην αυλή. Και τότε ο αστυνόμος:
— Γεια σου, θεία Ουστίνια!
— Γεια σου, Γιούρα!
— Γιατί είσαι τόσο σκυθρωπή;
— Η Φαίνα έφερε τον γαμπρό.
— Α, εγώ ακριβώς γι’ αυτόν ήρθα, — χαμογέλασε ο αστυνόμος. — Θα ελέγξω το πιστοποιητικό αποφυλάκισης. Ναι, και θα δω τι άνθρωπος είναι ο γαμπρός σου.
— Πήγαινε! Ακριβώς τρώνε. Αλλά κανένας γαμπρός δεν είναι αυτός για μένα και ποτέ δεν θα γίνει.
—
Η Ουστίνια πήγε να πάρει τον εγγονό της. Και πού να τον ψάξει; Εκεί, τρέχει με τα αγόρια.
Αλλά δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι. Στάθηκε, μίλησε με τις γειτόνισσες. Θέλεις ή όχι, αλλά πρέπει να πας σπίτι.
Μπήκε στην αυλή. Κοίταξε γύρω.
«Δεν έμειναν καθόλου ξύλα».
Κοίταξε τα τεράστια κορμούς. Μπορείς να τα σπάσεις; Μπήκε στο αχυρώνα, πήρε τσεκούρι και άρχισε να σπάει από τον πιο μικρό κορμό κομμάτια.
Άρχισε να κουνάει πάλι και…, ένα δυνατό χέρι τράβηξε το τσεκούρι.
— Θεία Ουστίνια, άσε με να δοκιμάσω!
— Δοκίμασε! — είπε αυστηρά στην πλευρά του γαμπρού.
Πέρασε το δάχτυλο πάνω στη λάμα, κούνησε το κεφάλι:
— Υπάρχει κανένα ξύλο;
— Μπες στο εργαστήριο, εκεί που ήταν το εργαστήριο του άντρα μου.
—
Ο Χαρίτων μπήκε στο εργαστήριο και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Τι μόνο δεν υπήρχε εκεί;
Άνοιξε το τριβείο. Δουλεύει! Άκονισε το τσεκούρι. Και πήρε το σκεπάρνι που ήταν δίπλα.
Βγήκε και άρχισε να σπάει τους κορμούς σε δύο μέρη. Και μετά με το τσεκούρι έκοβε αυτά τα μέρη σε ξύλα.
Μέχρι το απόγευμα είχε κόψει όλο το ξύλο και το είχε κουβαλήσει στο αχυρώνα.
Η πεθερά κούνησε το κεφάλι της. Και ακόμη χαμογέλασε ελαφρά.
— Θεία Ουστίνια, — λέει αυτός. — Στον φράχτη, ξύλα υπάρχουν.
— Είναι εκεί για τρίτο χρόνο. Κανείς δεν τα κόβει.
— Εγώ είδα στο εργαστήριο αλυσοπρίονο.
— Δεν δουλεύει.
— Μήπως να δω;
— Αύριο θα το δεις, — γκρίνιαξε η Ουστίνια. — Τώρα άναψε τη σάουνα!
Πρέπει να πλυθείς. Ναι, και όλοι θα πλυθούμε.
— Θα την ανάψω αμέσως, — χαμογέλασε ο γαμπρός.
—
Την επόμενη μέρα ο Χαρίτων έβγαλε το αλυσοπρίονο στην αυλή. Το αποσυναρμολόγησε.
Και κατάλαβε ότι δεν θα δουλέψει — ένα μικρό αστέρι έσπασε και κατέστρεψε όλη την αλυσίδα.
Και τότε ήρθε ένας γέρος:
— Γειά σου γείτονα!
— Γειά σου!
— Πώς σε λένε, καλό μου παιδί;
— Χαρίτων.
— Εγώ είμαι ο Ανισίμ. Να, το σπίτι μου! — γνέφοντας προς το διπλανό σπίτι, μετά σκύβει πάνω από τα ανταλλακτικά. — Τι δεν δουλεύει;
— Τίποτα! Και δεν θα δουλέψει πια.
— Έλα στο σπίτι μου, έχω το ίδιο. Και αυτό επίσης δεν δουλεύει. Ίσως από τα δύο να φτιάξεις ένα.
Ήρθαν στον παππού.
Εκείνος είχε αλυσοπρίονο εντελώς χαλασμένο, αλλά το γρανάζι ήταν άθικτο και η αλυσίδα αρκετά καλή.
— Πάρε τα όλα! — χαμογέλασε ο Ανισίμ.
— Ευχαριστώ! Και τι σου χρωστάω;
— Λοιπόν, αν δουλέψει, θα μου κόψεις και τα δικά μου κούτσουρα.
— Μα φυσικά!
— Ε, Χαρίτωνα, έχω κι ένα μοτοκαλλιεργητή. Πάρε τον κι αυτόν, ίσως καταφέρεις να τον φτιάξεις.
— Θείε Ανισίμ, κι εσύ πώς θα κάνεις;
— Εγώ κοντεύω τα ογδόντα, και χωρίς το μηχάνημα κάπως τα βολεύω ακόμα.
— Τότε εγώ θα σου σκάψω τον κήπο και θα σου φυτέψω πατάτες.
— Έγινε! — χαμογέλασε ο γέροντας.
Ο Χαρίτων μάζεψε το αλυσοπρίονο.
Έκοψε ξύλα και για την πεθερά του και για τον παππού Ανισίμ.
Ακόμα και για τον γείτονα τον επιχειρηματία, που είχε φέρει με φορτηγό ολόκληρη ποσότητα από κορμούς σημύδας για το τζάκι.
Κι ο γείτονας τού είπε:
— Άκου! Σπάσε μου τα και κουβάλησέ τα στο υπόστεγο! — και του έσπρωξε δύο χαρτονομίσματα των πέντε χιλιάδων.
Ο Χαρίτων έκανε ό,τι ακριβώς ζήτησε ο επιχειρηματίας.
Γύρισε στο σπίτι, άφησε τα χρήματα στο τραπέζι:
— Θεία Ουστινιά, πάρε τα λεφτά!
Εκείνη κούνησε το κεφάλι της, ένα χαμόγελο ικανοποίησης πέρασε από το πρόσωπό της.
Στο χωριό σπάνια πληρώνονταν με χρήματα.
Συνήθως υπήρχε άλλη μορφή συναλλαγής.
Την επόμενη μέρα ο Χαρίτων έπιασε τον μοτοκαλλιεργητή.
Ήταν πια καιρός να οργωθούν οι κήποι.
Καθόταν στην αυλή και ξεχώριζε τα ανταλλακτικά.
Ξάφνου έτρεξε μέσα ένα αγόρι με μάτια γεμάτα τρόμο.
Με μια φωνή κραυγάζει:
— Κάναμε τσουλήθρα πάνω στις παγοκολόνες κι ο Γιαροσλάβ σας παρασύρθηκε μακριά… δεν μπορεί να πηδήξει κάτω…
Πετάχτηκε κι η Ουστινιά με την κόρη της, κι όλοι έτρεξαν προς το ποτάμι.
Η παγοκολόνα, με το παιδί επάνω της, απομακρυνόταν σιγά σιγά από την όχθη προς το κέντρο του ποταμού.
Κι από το ρεύμα κατέβαιναν κι άλλες, τεράστιες παγοκολόνες, φανερά κάποιο φράγμα πιο πάνω είχε σπάσει.
— Θα λιώσει το παιδί! — ακούστηκε μια τρομαγμένη φωνή.
Ξέσπασε σε κραυγές η Φαίνα.
Μα ο Χαρίτων είχε ήδη πέσει στα παγωμένα νερά και κολυμπούσε προς την παγοκολόνα.
Έφτασε, ανέβηκε επάνω.
Κι εκείνη τη στιγμή πλησίαζε ήδη μια τεράστια πλάκα πάγου.
Σε λίγο θα τους σύντριβε.
— Άκου, Σλάβικ! — έσκυψε ο Χαρίτων προς το αγόρι. — Είσαι αληθινός άντρας, έτσι δεν είναι;
— Ναι, — έγνεψε καταφατικά ο μικρός.
— Όταν έρθει κοντά η μεγάλη παγοκολόνα, πρέπει να πηδήσουμε επάνω της, αλλιώς θα μας λιώσει. Έχουμε μόνο δυο δευτερόλεπτα. Μπορούμε; Δώσε μου το χέρι! Ετοιμάσου! Πηδάμε!
Ο Χαρίτων άρπαξε τον μικρό από το χέρι και κυριολεκτικά τον πέταξε πάνω στον πάγο.
Πήδηξε κι ο ίδιος, χτυπώντας δυνατά το πόδι στην άκρη.
Το παντελόνι βάφτηκε με κόκκινο χρώμα.
Το παιδί κοίταζε τρομαγμένο τις γρατζουνισμένες του παλάμες.
Κι η παγοκολόνα είχε φτάσει ήδη στη μέση του ποταμού, όπου το ρεύμα γινόταν ορμητικό.
Κι εκείνοι παρασύρονταν στο άγνωστο.
Από την όχθη όλοι παρακολουθούσαν με φρίκη το μακρινό κομμάτι πάγου.
— Χάθηκαν τα παιδιά! — ακούστηκε ξανά μια φωνή.
Την έπνιξε το κλάμα μιας γυναίκας.
— Ίσως και να μη χαθούν, — είπε συλλογισμένα ο αστυνόμος. — Μπροστά το ποτάμι κάνει απότομη στροφή…, κι ο Χαρίτων είναι, φαίνεται, έξυπνος άνθρωπος.
Και ο Γιούρι έτρεξε προς το «Νίβα» του, που ήταν σταθμευμένο στην όχθη.
Ο Χαρίτων αγκάλιασε το αγόρι, προσπαθώντας να του δώσει λίγη ζεστασιά:
— Άκου, παιδί μου! Μια δοκιμασία την περάσαμε. Τώρα έρχεται άλλη. Ο πάγος δεν θα καταφέρει να παρακάμψει εκείνο το κομμάτι στεριάς, και θα πέσουμε πάνω του με δύναμη. Ελάτε να πάμε στην άλλη άκρη της παγοκολόνας.
Η στεριά πλησίαζε όλο και περισσότερο.
Χτύπημα!
Με ορμή εκτοξεύτηκαν και οι δυο, πέρασαν ολόκληρο το κομμάτι πάγου και βρέθηκαν στα χαλίκια της όχθης.
— Ζωντανός! — σήκωσε ο Χαρίτων το παιδί.
— Πονάει το χέρι κι η πόδι μου.
— Τίποτα δεν είναι! — χαμογέλασε ο άντρας. — Ως τον γάμο θα έχει περάσει.
— Μα αίμα τρέχει.
— Υπόμεινε! Πρέπει να βγούμε στο δρόμο.
— Με πονάει, — ψιθύρισε ο μικρός τρίβοντας τον αγκώνα.
— Μη γκρινιάζεις! Είσαι άντρας.
Σε λίγα λεπτά βγήκαν στον δρόμο.
Κι εκεί, από τη στροφή, φάνηκε το «Νίβα».
Από μέσα πετάχτηκε ο αστυνόμος:
— Ζείτε ακόμα;!
— Κάπως ζούμε! — έγνεψε ο Χαρίτων.
— Μα δε μου φαίνεστε καλά! Γρήγορα μπείτε! Πάμε στην πόλη στο νοσοκομείο!
Η κόρη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και έκλαιγε.
Η Ουστινιά δεν ξεκολλούσε από το παράθυρο.
Ο ήχος του κινητού τις έκανε και τις δυο να τιναχτούν.
Η Φαίνα άρπαξε το τηλέφωνο.
Στην οθόνη έγραφε: «Αστυνόμος».
— Τι έγινε, τι με αυτούς; — ούρλιαξε, κολλώντας το ακουστικό στο αυτί.
— Ο Γιαροσλάβ, δες τον, κάθεται εδώ, τυλιγμένος και με επιδέσμους. Σου τον δίνω στο τηλέφωνο.
— Μαμά, — ακούστηκε η φωνή από την άλλη μεριά.
— Παιδί μου, είσαι καλά;
— Όλα καλά, μαμά! Τι, δεν είμαι άντρας εγώ;
— Είδες, Φαίνα; Όλα καλά! — ακούστηκε ξανά η φωνή του αστυνόμου.
Η Ουστινιά άρπαξε το τηλέφωνο από τα χέρια της κόρης:
— Γιούρα, Γιούρα, κι ο γαμπρός μου πώς είναι;
— Τον ράβουν τώρα… Περίμενε, βγήκε.
— Χαρίτων; — ακούστηκε από το ακουστικό.
— Ναι, όλα εντάξει.
— Θεία Ουστινιά, όλα καλά! — πρόσθεσε ο αστυνόμος. — Σε λίγο θα σου φέρω και το γιο και τον γαμπρό σου.
Η Ουστινιά αναστέναξε με ανακούφιση και κούνησε το κεφάλι προς την κόρη:
— Σήκω πια. Σε λίγο θα γυρίσουν οι άντρες μας, πεινασμένοι, από το πρωί δεν θα έχουν φάει.







