Στα μάγουλα της Σβετλάνας κυλούσαν πικρά δάκρυα, έσταζαν στο κεφαλάκι της ενός έτους κόρης της, η οποία ανήσυχα γκρίνιαζε, προσπαθώντας να ξεφύγει από τα χέρια της μητέρας.
Η Σβέτα έσφιγγε το μωρό πιο δυνατά στο στήθος της και η καρδιά της συρρικνωνόταν από πόνο, ντροπή και τύψεις.

Για παιδί προσπαθούσαν πολύ καιρό, αλλά δεν τα κατάφερναν, κι έτσι η απόφαση να πάρουν ένα μικρό από το ορφανοτροφείο ήρθε σχεδόν αβίαστα και για τους δύο.
Δύσκολο ήταν μόνο να το πραγματοποιήσουν.
Η Σβετλάνα θυμόταν την πρώτη τους επίσκεψη στο ίδρυμα∙ τα πρόσωπα των παιδιών, μικρά αλλά με μάτια ώριμα, γεμάτα προσμονή και φόβο, τους κοιτούσαν με διστακτική ελπίδα.
Τη Νάντια την ξεχώρισε αμέσως, παρόλο που ο άντρας της ονειρευόταν γιο.
Ξανθές κοτσίδες, μεγάλα φωτεινά μάτια — η έντεκα χρονών Νάντια έμοιαζε εντυπωσιακά με τη μακαρίτισσα μητέρα της Σβετλάνας, και η καρδιά της γυναίκας σκίρτησε.
Και το κορίτσι όμως από την αρχή έδειξε εμπιστοσύνη στο ζευγάρι, χαμογελούσε σε κάθε τους επίσκεψη.
Το πραγματικό σοκ ήρθε όταν η διευθύντρια του ιδρύματος είπε ότι η Νάντια θεωρείται εκεί «αιώνιο παιδί του ορφανοτροφείου».
Είχε ήδη υιοθετηθεί τέσσερις φορές και κάθε φορά την επέστρεφαν πίσω.
Η Σβετλάνα δεν μπήκε σε λεπτομέρειες για τους λόγους.
Η ευαίσθητη καρδιά της απλώς ράγιζε από οίκτο για το άτυχο κοριτσάκι, που τόσες φορές το είχαν εγκαταλείψει εκείνοι που αποκαλούσε γονείς.
Καθώς περίμεναν την έγκριση των εγγράφων, το ζευγάρι άρχισε να παίρνει τη Νάντια όλο και πιο συχνά σπίτι τους.
Στο μικρό τους διαμέρισμα των δύο δωματίων το παιδί απέκτησε δικό του χώρο, πράγμα που τη γέμιζε χαρά.
Τα παιδιά του ιδρύματος στερούνται όχι τόσο τα αντικείμενα όσο την προσοχή και την αγάπη, κι ακόμη περισσότερο τη δική τους γωνιά.
Τώρα όμως η Νάντια είχε και το δωμάτιό της και μια απέραντη τρυφερότητα από τους μελλοντικούς γονείς.
Και τότε συνέβη το θαύμα — η Σβετλάνα έμαθε πως ήταν έγκυος.
Συχνά συμβαίνει αυτό: όταν μια οικογένεια παίρνει ορφανό, λίγο μετά εμφανίζεται κι ένα δικό τους παιδί.
Το ζευγάρι ήταν πανευτυχές με τον ερχομό του μωρού, αλλά να ακυρώσουν την υιοθεσία δεν σκέφτηκαν ούτε στιγμή.
Η μικρή τους είχε ήδη γίνει κομμάτι της καρδιάς τους, την αγαπούσαν ειλικρινά.
Πέρασε ο καιρός, η υπηρεσία κηδεμονίας έδωσε την έγκριση και η Νάντια έφυγε από το ίδρυμα, όπως τότε φαινόταν, για πάντα.
Έντεκα χρόνια είναι ηλικία αρκετά συνειδητή, και ο ψυχολόγος που βοηθούσε στην προσαρμογή του παιδιού συμβούλεψε θερμά τους γονείς να της πουν ότι σύντομα θα αποκτούσε αδερφάκι.
Έτσι κι έκαναν.
Η συζήτηση έγινε, ή μάλλον ένας μονόλογος.
Όσο η Σβετλάνα και ο άντρας της με τη σειρά εξηγούσαν την κατάσταση, εκείνη, με τα μεγάλα γκρι μάτια διάπλατα ανοιγμένα, τους παρακολουθούσε σοβαρά, στρέφοντας το βλέμμα πότε στον έναν, πότε στον άλλον.
Την διαβεβαίωναν με όλη τους την ψυχή πως θα την αγαπούν το ίδιο και μετά τη γέννηση του μωρού, ότι κανείς ποτέ δεν θα τη βγάλει από την καρδιά τους.
Όμως όταν χρειάστηκε να της εξηγήσουν ότι αργότερα θα πρέπει να μοιραστεί το δωμάτιο με το μωρό, το βλέμμα της σκληρύνθηκε για μια στιγμή.
Γύρισε την πλάτη και βγήκε αμίλητη, χωρίς να ολοκληρώσει την κουβέντα με τους γονείς.
Από τότε η Νάντια άρχισε να συμπεριφέρεται πολύ παράξενα.
Κάθε φορά που οι μεγάλοι γύριζαν σπίτι, τους αγκάλιαζε σφιχτά, δένοντας τα χέρια γύρω τους, και μπορούσε να στέκεται έτσι ατελείωτα.
Έτρεχε από πίσω και αγκάλιαζε τον λαιμό της μητέρας τόσο δυνατά, που έμοιαζε περισσότερο με προσπάθεια να την πνίξει.
Τα μάτια της γυάλιζαν περίεργα κι από την ένταση έτριζαν τα δόντια της.
«Σ’ αγαπώ, μαμάκα» — όλο και πιο συχνά άκουγε η Σβέτα από το στόμα της θετής κόρης της.
Η Σβετά αγκάλιαζε την κόρη της ανταποκρινόμενη, την χάιδευε, την φιλούσε, όμως ο σύζυγός της ανησυχούσε έντονα για τη παράξενη συμπεριφορά της Νάντιας, παρόλο που την αγαπούσε όσο και την γυναίκα του.
Ο ψυχολόγος, στον οποίο στράφηκαν οι γονείς με διακριτικά παράπονα, έκανε μερικές συνεδρίες με το κορίτσι και κατέληξε ότι εκείνη προσαρμόστηκε εξαιρετικά γρήγορα στη νέα οικογένεια.
Και η υπερβολική τρυφερότητα και η προσκόλληση; Τίποτε το τρομερό, απλώς το παιδί φοβάται ότι σύντομα η προσοχή των γονιών θα μοιραστεί με το νέο μωρό.
Η πραγματική κόλαση στο σπίτι τους άρχισε με την άφιξη της μικρής Βέρας.
Το μωρό γεννήθηκε λίγο πρόωρα, γι’ αυτό και έκλαιγε συχνά, ζητώντας συνεχώς την παρουσία της μητέρας.
Για να μην ανησυχεί η Νάντια, τοποθέτησαν την κούνια της Βέρας στο υπνοδωμάτιο των γονιών.
Η Σβετλάνα κατέβαλλε ειλικρινείς προσπάθειες να αφιερώνει χρόνο και στις δύο κόρες, όμως διαλυόταν από την κούραση και το βράδυ κυριολεκτικά κατέρρεε σε έναν βαρύ και ανήσυχο ύπνο.
Ο άντρας της βοηθούσε όσο μπορούσε, πήγαινε την Νάντια στο σχολείο, της διάβαζε παραμύθια πριν κοιμηθεί.
Στην αρχή κανείς δεν παρατηρούσε κάτι περίεργο.
Αλλά έπειτα…
Η Σβετλάνα παρατήρησε ότι μόλις άφηνε τη Βέρα μόνη με τη Νάντια, το βρέφος ξεσπούσε σε υστερικό κλάμα.
Η Σβετά, αφήνοντας τα πάντα, έτρεχε αμέσως και έβρισκε τη Νάντια να φροντίζει φαινομενικά με αγάπη τη μικρή, που όμως είχε το πρόσωπό της κατακόκκινο από τις κραυγές.
Μια φορά όμως, η Σβετλάνα την έπιασε σε κάτι που την πάγωσε από τρόμο.
Το κορίτσι κρατούσε κλειστή τη μυτούλα του μωρού και το κρατούσε έτσι για κάποια δευτερόλεπτα.
Όταν η Σβετλάνα μπήκε μέσα, η Νάντια άφησε απότομα, και η μικρή Βέρα προσπαθώντας απεγνωσμένα να πάρει ανάσα, ούρλιαξε.
Η μητέρα όρμησε, πήρε το παιδί στην αγκαλιά της και με κόπο συγκρατώντας την ψυχραιμία της, προσπάθησε να καταλάβει από την Νάντια τι είχε συμβεί.
Η μικρή κοίταζε με σοβαρότητα και σιωπή την θετή μητέρα με τα τεράστια γκρι μάτια της.
Δεν είπε λέξη ούτε το βράδυ, όταν ο πατέρας της προσπάθησε να μιλήσει μαζί της.
Με μεγάλη επιμονή εκείνος κατάφερε να αποσπάσει μια όχι και τόσο πειστική εξήγηση, ότι απλώς σκούπιζε τη μύτη του μωρού.
Οι γονείς το συζήτησαν με τον ψυχολόγο, που και πάλι τους καθησύχασε λέγοντας πως στο παιδί λείπει μόνο περισσότερη αγάπη και προσοχή.
Αργότερα εμφανίστηκε άλλο ανησυχητικό σημάδι — η Σβετλάνα πρόλαβε τη Νάντια στην κούνια λίγο πριν δώσει στη Βέρα μπουκάλι με γάλα που είχε ανακατευτεί με καυτό νερό.
Και τότε, η Νάντια απλώς παρακολουθούσε αμίλητη την αντίδραση των γονιών.
Η Σβετλάνα, βλέποντας τα μεγάλα όμορφα μάτια, τόσο όμοια με της μητέρας της, για πρώτη φορά σκέφτηκε ότι μέσα τους δεν υπήρχε καμιά αγάπη, μόνο κενό.
Ο καιρός περνούσε.
Η Βέρα μεγάλωνε, γινόταν πιο ήρεμη, κι οι γονείς πίστευαν ότι η Νάντια, αν όχι την αγαπούσε, τουλάχιστον είχε συνηθίσει την αδελφή της.
Ήρθε το καλοκαίρι.
Ήδη από το στάδιο της υιοθεσίας, το ζευγάρι ονειρευόταν να πάρει τη Νάντια στη θάλασσα, κι εκείνη περίμενε με ανυπομονησία, αφού θα ήταν το πρώτο της ταξίδι στη ζωή.
Όμως με το μωρό τόσο μικρό, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, και η Σβετλάνα προσπάθησε όσο πιο απαλά γινόταν να το εξηγήσει.
Εκείνο το βράδυ η Νάντια έκανε την πρώτη της μεγάλη κρίση.
Δεν έκλαιγε απλά — ούρλιαζε σαν πληγωμένο ζώο, αρνούμενη να ακούσει κάθε επιχείρημα και υπόσχεση.
Ριχνόταν στο πάτωμα, χτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια σε ό,τι έβρισκε.
Η Σβετλάνα φοβήθηκε πολύ και έμεινε αποσβολωμένη.
Κι όμως ο ψυχολόγος πάλι δεν βρήκε καμία παθολογία στη συμπεριφορά της.
Αντίθετα, την επαίνεσε για την ευγένεια και την ισορροπία που έδειξε στη συνεδρία και, όπως πάντα, συμβούλεψε να της δίνουν περισσότερη προσοχή.
Οι γονείς αντάλλαξαν βλέμματα και αποφάσισαν σιωπηλά να αναζητήσουν άλλον ειδικό, πιο ικανό.
Εκείνο το βράδυ ο άντρας έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι, και η Σβετλάνα έβαλε μόνη της τα παιδιά για ύπνο.
Αφού έβαλε τη Βέρα στην κούνια, κάθισε περισσότερες από δύο ώρες δίπλα στη Νάντια μιλώντας μαζί της από καρδιάς.
Της φάνηκε μάλιστα ότι ήταν άδικη με την κόρη, ότι στην πραγματικότητα ήταν γλυκό και καλό παιδί, και άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της για τη ζήλια και τις αντιδράσεις της μικρής.
Όμως αυτές οι σκέψεις έσβησαν τη στιγμή που η Νάντια την ρώτησε, τάχα τυχαία, τι θα γινόταν αν η Βέρα εξαφανιζόταν ξαφνικά.
Θα αγαπούσαν εκείνη, τη Νάντια, περισσότερο;
Δεν θα έκαναν άλλα παιδιά;
Θα πήγαιναν αμέσως στη θάλασσα μαζί της;
Η Σβετλάνα απαντούσε προσεκτικά, αλλά μέσα της όλο και πιο ξεκάθαρα καταλάβαινε πως η κόρη χρειαζόταν ψυχίατρο, όχι ψυχολόγο.
Με κόπο την έβαλε για ύπνο και πήγε στο δωμάτιό της, όπου αποκοιμήθηκε βαριά από την κούραση.
Ξύπνησε από παράξενους ήχους.
Έριξε μια ματιά στην κούνια και πάγωσε — η Νάντια κρατούσε το μαξιλάρι πιεσμένο στο πρόσωπο της Βέρας.
Η Σβετλάνα όρμησε, απομάκρυνε τη Νάντια και άρπαξε την μικρή, το πρόσωπο της οποίας ήταν ωχρό και μελανιασμένο.
Το χέρι της γυναίκας έτοιμο να σηκωθεί σε χαστούκι, πάγωσε όταν αντίκρισε το βλέμμα της κόρης.
Στα μεγάλα καθαρά μάτια ξεχείλιζαν μίσος και κακία.
Και τότε ακούστηκαν λόγια που η Σβετλάνα δεν θα ήθελε ποτέ να θυμάται.
Η Νάντια μισούσε το παιδί τους.
Την μισούσε φανατικά, ζηλεύοντας, ευχόμενη να μην είχε γεννηθεί ποτέ.
Υποσχόταν να την καταστρέψει με κάθε τρόπο, γιατί για εκείνη ήταν εμπόδιο στη σχέση της με τους γονείς.
Η Σβετλάνα έπεσε έντρομη στο κρεβάτι, ακούγοντας τα οργισμένα λόγια μέσα από τα δάκρυά της, χωρίς να μπορεί να καταλάβει πού είχε κάνει λάθος.
Ακολούθησαν επισκέψεις σε ψυχολόγους και ψυχιάτρους, απελπισμένες προσπάθειες να πλησιάσουν την Νάντια, που με κατηγορηματικό τρόπο απαιτούσε να φύγει η μικρή Βέρα, αλλιώς θα την «έδιωχνε» εκείνη.
Οι θετοί γονείς αναγκάστηκαν να πάρουν μια σκληρή απόφαση.
Κι έτσι, η Σβετλάνα στεκόταν τώρα και κοιτούσε τον άντρα της να οδηγεί πίσω στο ορφανοτροφείο την κόρη τους.
Την πρώην κόρη τους.
Η Νάντια σταμάτησε, γύρισε και κοίταξε κατευθείαν τα παράθυρα του πρώην σπιτιού της.
Η Σβετλάνα ένιωσε σαν ηλεκτρικό σοκ, απομακρύνθηκε από το παράθυρο και ξέσπασε σε πιο δυνατά κλάματα.
Όταν τόλμησε να ξανακοιτάξει έξω, δεν υπήρχαν πια ούτε ο άντρας της, ούτε η Νάντια, ούτε τα ίχνη τους — όλα είχαν σκεπαστεί από τις απαλές νιφάδες του λευκού χιονιού.