Κρυμμένοι στο δάσος, οι δραπέτες κρατούμενοι συνάντησαν ένα μικρό θεραπεύτρια βοτάνων.

Αυτή η συνάντηση τους έμεινε αξέχαστη για μια ζωή.

– Κατούσα, πού πηγαίνεις;

– Γιαγιά, θα πάω στο δάσος! Θα μαζέψω βότανα για να σε γιατρέψω, απάντησε η εγγονή.

– Τι φαντάζεσαι; Θα πάρω ένα χάπι και θα γίνω καλά.

Καλύτερα να κάθεσαι στο σπίτι σε αυτή την ηλικία.

Άκουσες στο ράδιο; Είπαν ότι δραπέτες από τη φυλακή έχουν ξεφύγει.

Γελώντας, η Κατιά φίλησε τη γιαγιά στη μύτη και είπε:

– Αχ, νομίζεις ότι έχουν μείνει ακριβώς στο δάσος μας; Γιαγιά, ακούς διάφορα και μετά σου φαίνονται πράγματα.

Μην ανησυχείς, θα είμαι καλά!

Κοιτάζοντας την εγγονή να κατευθύνεται κατευθείαν στο δάσος, η Ουλιάνα Νικιτίτσνα ένιωθε ανησυχία στην καρδιά της.

Η Κατιά της είχε φέρει πριν από μερικά χρόνια.

Οι γονείς του κοριτσιού είχαν φύγει, και η γιαγιά την είχε πάρει μαζί της, στα 11 της χρόνια.

Η Κατιά ήταν ασυνήθιστο παιδί από μικρή ηλικία.

Έπιανε και γιατρούσε ζώα και πουλιά, βρίσκοντας θεραπευτικά βότανα.

Όταν ήρθε στο χωριό στη γιαγιά, άρχισε να βοηθά και τους ανθρώπους.

Το δάσος ξεκινούσε σχεδόν αμέσως μετά το χωριό.

Καθώς περπατούσε στο μονοπάτι, άκουσε:

– Κατιά! Πας να μαζέψεις μανιτάρια;

Στάθηκε και είδε τον γείτονα.

– Για μανιτάρια είναι νωρίς ακόμη, θείε Μίσα.

Έχει αρχίσει το καλοκαίρι, – γέλασε η Κατιά.

– Πρέπει να μαζέψω βότανα για τη άρρωστη γιαγιά.

– Αυτό είναι καλό πράγμα.

Πρέπει να θεραπεύσεις τη γιαγιά, – απάντησε ο Μιχαήλ.

– Και δεν κοιτάς την αγελάδα μου; Κάτι έχει και δεν αφήνεται.

Άκουσα πως πέρσι έσωσες το ίππο στους Σεμένωφ.

Ίσως τα βότανά σου βοηθήσουν και το ζώο μου; Δεν θα ξεχάσω την χάρη.

– Θείε Μίσα, βεβαίως και θα κοιτάξω.

Μένουμε στο ίδιο χωριό, πώς να μην κοιτάξω; – συμφώνησε η Κατιά.

Μπαίνοντας στο δάσος, το κορίτσι δεν κατάλαβε πόσο βαθιά πήγε.

Στην τσάντα της είχε ήδη αρκετά βότανα.

Το δάσος δεν την τρόμαζε.

Ήξερε πού είναι ο βορράς και πού ο νότος, και πάντα έβγαινε γρήγορα από το δασύλλιο.

Δένοντας σφιχτά την τσάντα με τα βότανα, κατευθύνθηκε προς το χωριό της.

Ξαφνικά ένιωσε κίνδυνο με όλο της το σώμα.

Θυμήθηκε τη συζήτηση με τη γιαγιά για τους δραπέτες και σκέφτηκε πως δεν μπορεί να είναι δαύτοι εδώ!

Έπεσε και χτύπησε το γόνατο.

Όταν σήκωσε το κεφάλι, συνάντησε το βλέμμα ενός άγνωστου άντρα.

– Ωπα, τι ζωάκι βρήκα! – φώναξε ο γενειοφόρος άγνωστος.

– Έλα, σήκω πια.

Καταλαβαίνοντας ποιος ήταν, η Κατιά σηκώθηκε.

Ο άντρας της έδειξε με το μαχαίρι πού να πάνε.

Σύντομα έφτασαν σε ένα ξέφωτο, όπου ήταν και άλλοι τρεις σαν κι αυτόν.

Ένας, ο νεότερος, γύρω στα 20, ήταν ξαπλωμένος στο γρασίδι με αιμορραγία.

– Πού τη βρήκες; – ρώτησε έκπληκτος ένας από τους άντρες.

– Στο δάσος!

– Γιατί την έφερες;

– Για να μην πει σε κανέναν για μας!

– Δηλαδή έχουμε και όμηρο; – είπε άλλος.

– Σκάσε, – διέταξε ο γενειοφόρος.

Έπειτα, σπρώχνοντας την Κατιά, είπε:

– Κάτσε εδώ και μην κουνιέσαι.

Αλλιώς θα χειρότερα.

Μπορώ να σου κόψω το λαιμό, κατάλαβες;

Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι.

Χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον νεαρό κρατούμενο, τον παρακολουθούσε.

Ενώ οι τρεις άντρες συζητούσαν κάτι, η Κατιά πλησίασε προσεκτικά τον τραυματισμένο νεαρό.

Φαινόταν πως είχε χάσει πολύ αίμα.

Προσεκτικά γύρισε το παντελόνι του.

Έβγαλε από την τσάντα της βότανα, τα έτριβε στα χέρια της και τα τοποθετούσε στην πληγή.

Οι άντρες την κοίταξαν μαζί, αλλά δεν είπαν τίποτα.

– Μπορείς να φτιάξεις ζεστό νερό; – ζήτησε η Κατιά.

– Πώς; Αν ανάψουμε φωτιά, θα δουν τον καπνό αμέσως! – απάντησε ένας από τους κρατούμενους.

– Δεν θα δουν.

Ο άνεμος δεν φυσά προς το χωριό, – είπε το κορίτσι.

– Ο σύντροφός σας θα πεθάνει αν δεν πιει αυτό το αφέψημα.

– Ε, καλά.

Ας κάνουμε όπως λέει, αλλιώς θα έχουμε αμάρτημα, – συμφώνησε εκείνος που δεν ήταν γενειοφόρος.

– Ναι, Στέπα, ας σώσουμε τον άνθρωπο, – είπε ένας άλλος.

Η Κατιά κατάλαβε πως ο Στέπα ήταν ο αρχηγός.

Προφανώς αυτός οργάνωσε τη δραπέτευσή τους.

Ενώ ο Στέπα χάθηκε στα βάτα για να βρει νερό για το τσάι, οι άντρες μιλούσαν ψιθυριστά:

– Τώρα πού πάμε; Για το κορίτσι θα πρέπει να καθίσουμε μέσα.

– Κι εγώ το ίδιο λέω, αλλά από τον Στέπα δεν γλιτώνουμε.

Τότε η Κατιά παρενέβη:

– Να τον υπνωτίσουμε;

Ξαφνικά ο Στέπα εμφανίστηκε από τα βάτα.

Κοίταξε τους άντρες με δυσπιστία.

Η Κατιά γύρισε το πρόσωπο αλλού, κάνοντας πως φροντίζει τον άρρωστο.

Το νερό βράζει γρήγορα.

Η κοπέλα ετοίμασε τσάι για όλους και το έδωσε στους άντρες:

– Πιείτε, θα σας δώσει δύναμη.

– Είσαι θεραπεύτρια; – γέλασε ένας.

– Σχεδόν.

Η γιαγιά μου ξέρει καλύτερα τα βότανα.

Μαθαίνω από αυτήν! – απάντησε η Κατιά.

– Μην κουράζεσαι πολύ.

Αυτός ο φίλος δεν θα συνέλθει, και εμείς δεν θα τον κουβαλάμε, – είπε ο Στέπαν.

Ξαφνικά ο νεαρός άρχισε να βήχει.

– Πού είμαστε; – ρώτησε.

– Ω, ξύπνησε! – φώναξε ένας από τους κρατούμενους.

– Ποιος είσαι; – ρώτησε κοιτώντας την Κατιά.

– Είμαι η Κατιά, – απάντησε γυναικεία, γνέφοντας.

– Λοιπόν, δεν έχουμε χρόνο για καθυστέρηση.

Πάμε, – διέταξε ο Στέπαν παίρνοντας το μαχαίρι.

Ξαφνικά έχασε τη δύναμη του.

– Μου έβαλες κάτι στο τσάι, σιχαμένε;

Ο Στέπαν έπεσε κάτω.

– Ωω! – φώναξε ένας κρατούμενος βλέποντας τον αρχηγό να ροχαλίζει.

– Πόσο θα κοιμηθεί έτσι;

– Τουλάχιστον μια μέρα, – είπε η Κατιά.

– Μετά θα χρειαστεί μερικές μέρες για να συνέλθει.

– Λοιπόν θα παραδοθούμε; Μας βρίσκουν έτσι κι αλλιώς, – πρότεινε ένας από τους άντρες.

– Παραδινόμαστε, – συμφώνησε άλλος.

– Και εσύ, Κατιά, θα μιλήσεις για μας; Πόση ώρα χρειάζεσαι;
– Περίπου μία ώρα μέχρι το χωριό.

Θα βρω τον αστυνομικό εκεί.

Μην ανησυχείτε, δεν θα ξυπνήσει.

Ορίστε, πάρε ακόμα βότανα, κάνε τσάι για να μη του ανεβεί πυρετός ξαφνικά.

Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι της.

…Πέρασαν 8 χρόνια.

Η Κατιά σπούδασε νοσηλεύτρια και πλέον βοηθά ανθρώπους και ζώα όχι μόνο με βότανα.

Η γιαγιά έχει πεθάνει εδώ και καιρό.

Το κορίτσι ζει μόνο του στο σπίτι.

Σήμερα είναι ρεπό.

Από σχεδόν κάθε αυλή ανέβαινε γλυκιά ατμόσφαιρα από τα λουτρά.

Η Κατιά βγήκε από το σπίτι, παίρνοντας κουβάδες.

Στο πηγάδι την κάλεσε μια νεανική αντρική φωνή:

– Κορίτσι, να σε βοηθήσω; Φαίνεσαι τόσο εύθραυστη! Δεν πρέπει να κουβαλάς βαριά κουβάδες!

Η Κατιά γύρισε.

Μπροστά της στεκόταν ένας άγνωστος άντρας γύρω στα 30.

– Εντάξει, αλλά δεν θα σου είναι δύσκολο;

Γελώντας απάντησε:

– Όχι, αν και είμαι παιδί της πόλης, δεν με πειράζει.

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.

– Βάντιμ, είσαι εσύ; – ρώτησε έκπληκτη η Κατιά.

Τα μάτια του θα τα θυμάται για πάντα.

– Νόμιζα πως δε θα με αναγνωρίσεις.

Σε έψαχνα πολύ καιρό!

Μισή ώρα αργότερα κάθονταν στο τραπέζι.

– Ξέρεις, με μπήκαν φυλακή για ξύλο τότε.

Όταν σε είδα στο δάσος, αποφάσισα να μην ξαναμπώ ποτέ φυλακή, – έλεγε ο νεαρός.

– Εγώ δεν ξαναπήγα τόσο βαθιά στο δάσος από τότε! – μοιράστηκε η κοπέλα και πρότεινε: – Θες να πάμε στη σάουνα;

Ο Βάντιμ χαμογέλασε.

Μετά από ένα μήνα έφευγαν μαζί για την πόλη.

Ο άντρας την έψαχνε πολύ καιρό για να τον ευχαριστήσει.

Κι εκείνη περίμενε απλά να έρθει ο Βάντιμ και να την πάρει μαζί του.