Η μαμά και η αδερφή μου τα είχαν κανονίσει καλά: όταν η γιαγιά άρχισε να ενοχλεί στην κατοικία, την έδιωξαν σε μένα, και τώρα η αδερφή χρειάζεται νταντά για το παιδί, γι’ αυτό ζητούν να την επιστρέψω.
Έχω την αίσθηση πως δεν μιλάμε για ζωντανό άνθρωπο, αλλά για κάποιον καναπέ.

Η μαμά με γέννησε νωρίς, στα δεκαοκτώ της χρόνια.
Δεν ήταν παντρεμένη, και μετά από αυτό δεν είχε επαφή με τον πατέρα μου.
Ένα χρόνο μετά τη γέννησή μου, η μαμά βρήκε νέο άντρα και έφυγε μαζί του σε άλλη πόλη.
Με μεγάλωσε η γιαγιά, ο πατέρας βοηθούσε περιστασιακά, ερχόταν κάποιες φορές, μέχρι που μετακόμισε μακριά.
Η γιαγιά προσπαθούσε να με φροντίζει όσο καλύτερα μπορούσε, αν και δεν ήταν εύκολο γι’ αυτήν.
Η μαμά δεν έστελνε χρήματα για τη συντήρησή μου, ούτε θεωρούσε αναγκαίο να έρχεται επίσκεψη.
Μερικές φορές τηλεφωνούσε, αλλά κυρίως όταν χρειαζόταν κάτι.
«Είσαι ορφανή, παρότι οι γονείς σου ζουν ακόμα», έκλαιγε η γιαγιά, χαϊδεύοντάς με στο κεφάλι.
Η μαμά επέστρεψε από το δεύτερο γάμο της, όταν εγώ ήμουν ήδη δώδεκα χρονών.
Ήρθε με την κόρη της – την αδερφή μου, Μάγια, που ήταν έξι χρονών.
Με το σύζυγό της η μαμά χώρισε, δεν είχε πού να ζήσει, γι’ αυτό γύρισε πίσω.
Στο δυάρι της γιαγιάς έγινε στενάχωρο.
Ένα δωμάτιο το καταλαμβάναμε εγώ με τη γιαγιά, το άλλο δόθηκε στη μαμά και στην αδερφή.
Αν και ο Μάγια ονομάστηκε αδερφή μου, δεν ένιωθα συγγενικά αισθήματα γι’ αυτήν.
Όπως και για τη μαμά, εξάλλου.
Για μένα ήταν μια ξένη θεία, με την οποία δεν τα πηγαίναμε καλά.
Η μαμά προσπαθούσε να με αναθρέψει, να επιβάλει τα δικαιώματά της, να μου λέει τι να κάνω, αλλά δεν την άκουγα.
Άκουγα μόνο τη γιαγιά, με τη μητέρα είχαμε συνεχή σκάνδαλα και καβγάδες.
«Είναι όλη δική σου ευθύνη! Την έχεις κακομάθει, γι’ αυτό δεν ακούει τη βιολογική της μητέρα!», φώναζε στη γιαγιά.
«Δεν είσαι η μητέρα μου! Μια φυσιολογική μητέρα δεν εγκαταλείπει τα παιδιά της», απαντούσα εγώ αντί για τη γιαγιά.
Τέτοια σκάνδαλα είχαμε τακτικά.
Η γιαγιά με παρακαλούσε να είμαι πιο ήπια και να μην τσακώνομαι με τη μαμά, αλλά δεν τα κατάφερνα.
Όταν τελείωσα τη δωδέκατη τάξη, έφυγα από το σπίτι με ανάμεικτα συναισθήματα – χαρά επειδή δεν θα έβλεπα πια τη μαμά και την αδερφή, και πικρία επειδή έφευγα από τη γιαγιά, τον μοναδικό δικό μου άνθρωπο.
Μετά τις σπουδές, αν και γύρισα στην πόλη μου, άρχισα να ζω μόνη.
Βρήκα δουλειά και άρχισα να νοικιάζω διαμέρισμα.
Προσπαθούσα να επισκέπτομαι τη γιαγιά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην συναντώ τη μητέρα και την αδερφή.
Δεν ήταν δύσκολο.
Και οι δύο ασχολούνταν με τη δική τους προσωπική ζωή και εμφανίζονταν στο σπίτι μόνο τη νύχτα.
Μετά από δύο χρόνια πέθανε ο πατέρας μου.
Το έμαθα από τη γιαγιά.
Την πήρε τηλέφωνο μια φίλη της.
Τον κήδεψαν στην πόλη μας.
Αποδείχθηκε πως έγινα η μόνη κληρονόμος του, και απέκτησα μια μικρή γκαρσονιέρα.
Έμεινα εκεί για κάποιο διάστημα, μετά την πούλησα, πήρα δάνειο και αγόρασα ένα δυάρι.
Στα είκοσι πέντε μου μετακόμισα στο δικό μου διαμέρισμα δύο δωματίων.
Την ίδια περίοδο η μητέρα μπήκε πάλι στη ζωή μου με μια συζήτηση.
Αποδείχθηκε πως η αδερφή μου αποφάσισε να ακολουθήσει τα βήματα της μητέρας και στα δεκαεννιά της θα γίνει μητέρα.
Μόνο που ο πατέρας του παιδιού της θέλει να την παντρευτεί.
Φαίνεται πως την πίεσαν να πάρει αυτήν την απόφαση, αλλά αυτό δεν είναι δικό μου θέμα.
Μου είπαν αυτή την ιστορία επειδή ο γαμπρός της αδερφής δεν έχει δικό του σπίτι, η αδερφή δεν θέλει να ζήσει με τη πεθερά της, και στην κατοικία της γιαγιάς θα γίνει πολύ στενά, αν προστεθούν ακόμα δύο άνθρωποι.
Γι’ αυτό η μαμά απευθύνθηκε στη συνείδησή μου και μου είπε να πάρω τη γιαγιά σπίτι μου.
Την έστειλα ξεκάθαρα αδιάβαστη, γιατί δεν σκόπευα να πάρω τη γιαγιά από το δικό της σπίτι στο δικό μου που ήταν μισοτελειωμένο μόνο και μόνο επειδή η αδερφή αποφάσισε να κάνει παιδί και θέλει να το κάνει στις πιο άνετες συνθήκες.
Η μητέρα μου είπε πολλές κακές κουβέντες, αλλά και εγώ δεν έμεινα πίσω.
Μπροστά σε αυτή τη γυναίκα δεν ένιωθα κανένα δέος, κανέναν σεβασμό.
Αλλά το βράδυ με πήρε τηλέφωνο η γιαγιά, με δάκρυα στη φωνή και μου ζήτησε να την πάρω κοντά μου.
Είπε ότι της είναι πολύ δύσκολο να ζει εκεί.
Η μαμά και η αδερφή τσακώνονται και φωνάζουν συνέχεια, και σύντομα θα υπάρχει και το παιδί και ένας άγνωστος άντρας.
Φυσικά, πήγα αμέσως για τη γιαγιά.
Η μαμά και η αδερφή μας κοιτούσαν με κακεντρεχή βλέμματα, αλλά είχαν το μυαλό να σωπάσουν, γιατί αλλιώς θα γινόταν μεγάλο σκάνδαλο, ίσως και με ξύλο.
Ήμουν πολύ θυμωμένη.
Η μητέρα εκμεταλλεύτηκε την καλοσύνη της γιαγιάς και την έδιωξε από το ίδιο της το σπίτι.
Εμείς με τη γιαγιά σιγά σιγά εγκατασταθήκαμε, ολοκληρώσαμε τις ανακαινίσεις, αγοράσαμε έπιπλα.
Δεν μας ενοχλούσαν και εμείς δεν μπλέκαμε σε δικά τους ζητήματα.
Γενικά προσπαθούσαμε να μην θυμόμαστε τη μητέρα και την αδερφή.
Το θέμα αυτό ήταν δυσάρεστο και για τις δύο μας.
Αλλά μετά από μισό χρόνο εκείνες θυμήθηκαν μόνες τους.
Άρχισαν να τηλεφωνούν στη γιαγιά, να λένε πόσο τους λείπει, να την καλούν να δει το δισέγγονο.
Πολύ ευγενικό, αν δεν λάβουμε υπόψη ότι η γιαγιά δεν την κάλεσαν ούτε στο εξιτήριο (από το νοσοκομείο), και έμαθε για τη γέννηση του δισέγγονου μόνο από το τηλεφώνημα μιας γειτόνισσας που την συγχάρηκε.
Η γιαγιά ετοιμάστηκε και την επόμενη μέρα πήγε να δει το δισέγγονο.
Επέστρεψε σκεπτική.
«Με καλούν πίσω… Εκεί η εγγονή δεν τα καταφέρνει με το παιδί και ζητάει τη βοήθειά μου.»
«Και η μητέρα;»
«Πριν μία εβδομάδα μετακόμισε στον άντρα της.»
Εκεί όλα έγιναν ξεκάθαρα.
Η αδερφή χρειάζεται βοήθεια, γιατί η μάνα έφυγε για τον επόμενο άντρα.
Στη γιαγιά θυμήθηκε αμέσως, αν και σε αυτά τα έξι μήνες δεν της τηλεφώνησε ούτε μια φορά για να ρωτήσει για την υγεία της.
Αλλά μόλις την έπιασε ανάγκη, αμέσως στην γιαγιά.
«Αρνήθηκα, δεν θα πάω.
Θα πηγαίνω κάπου κάπου να βοηθάω, αλλά να πάω με τα πράγματα πίσω – όχι.
Τώρα με χρειάζονται, αλλά μετά ή η κόρη θα γυρίσει από τον άντρα και θα γίνει στενά, ή δεν θα τα πάω καλά με τον γαμπρό, ή το παιδί θα μεγαλώσει και θα με ξανακαλέσουν.
Θα μείνω μαζί σου, αν δεν με πετάξεις έξω.»
Δεν θα την πετάξω έξω, είναι ο δικός μου και κοντινός άνθρωπος που με μεγάλωσε.
Δεν θα τριγυρίζει στα γηρατειά της σαν άστεγη με τις τσάντες.
Η μητέρα και η αδερφή να τα βρουν με τις δικές τους υποθέσεις και να μην μπλέκονται σε μας.







