Ο γάτος ξαφνικά κόλλησε τ’ αυτιά του πίσω και, βγάζοντας μια σπαρακτική κραυγή, πήδηξε κατευθείαν στην αγκαλιά του άντρα! Από την έκπληξη εκείνος άφησε κάτω όλα τα καλάμια και τα σύνεργα, αλλά έσφιξε δυνατά το ζώο στο στήθος του, γύρισε και άρχισε να τρέχει. Την ίδια στιγμή όμως ο πάγος έσπασε με δυνατό θόρυβο και τους παρέσυρε προς τα ανοιχτά νερά…

Ξέρετε τι σημαίνει ψάρεμα στον πάγο;

Ούτε εγώ το καταλαβαίνω πλήρως.

Οι άντρες κάθονται με τις ώρες στο κρύο, κοιτάζοντας μέσα από μια τρύπα στον πάγο.

Απ’ έξω μοιάζει παράξενο, σχεδόν ανούσιο.

Και, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, ακόμη και η στιγμή που θα πας είναι σημαντική.

Ένας από αυτούς τους «κυνηγούς των ψαριών», παρόλο που δεν ήταν φανατικός ψαράς, αποφάσισε να το δοκιμάσει.

Ιδιαίτερα για να αποδείξει κάτι στη γυναίκα του, που πάντα τον ρωτούσε εύλογα:

— Τι ψάχνεις εκεί στον πάγο; Να παγώνεις και μετά να γυρίζεις άρρωστος; Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Ψάρια δεν βλέπω να έχει εκεί!

Ο άντρας πληγώθηκε.

Ήθελε να αποδείξει ότι μπορούσε να πιάσει κάτι αξιόλογο ακόμα και τον χειμώνα.

Μέχρι τότε πήγαινε μόνο κοντά στην ακτή.

Κι εκεί το μόνο που «έπιανε» ήταν κρύωμα.

Αυτήν τη φορά αποφάσισε να φύγει πριν χαράξει.

Ενώ ήταν ακόμα σκοτάδι, για να προλάβει να βρει θέση στη μέση του πάγου.

Το είπε και το έκανε.

Με τον άνεμο, τον φακό και το σκοτάδι — τρύπησε τον πάγο, έστησε τα σύνεργα, έβγαλε το θερμός με τσάι, έβαλε το σκαμνάκι και κάθισε κοιτώντας στο μαύρο νερό.

Και τότε άκουσε έναν παράξενο ήχο.

Μέσα από το σκούφο ακούστηκε κάτι επίμονο.

Ταράχτηκε, συγκεντρώθηκε, αλλά ο ήχος ξανακούστηκε.

Συγκεκριμένος, αδιαμφισβήτητος.

Γυρνώντας το κεφάλι, είδε: ακριβώς στον κύκλο του φωτός στεκόταν ένας μεγάλος γκρι γάτος.

Ο γάτος άλλαζε πατούσα, νιαούριζε και τον κοίταζε σχεδόν ικετευτικά.

— Τι κάνεις εδώ, καημένε; — απόρησε ο άντρας. — Θα παγώσεις! Τα πόδια σου θα έχουν γίνει πέτρα.

Ο γάτος ξαναέβγαλε θλιμμένο ήχο, πατώντας ανήσυχα πάνω στον πάγο, λες και το να στέκεται ήταν βασανιστήριο.

Ο άντρας σκέφτηκε λίγο και έβγαλε από το σακίδιο μια κουβέρτα που προόριζε για το σκαμνάκι, κι ένα σάντουιτς με μπιφτέκι.

Έβαλε το φαγητό στο καπάκι και το έσπρωξε προς τον γάτο:

— Έλα, φάε.

Ο γάτος δεν άργησε — καταβρόχθισε το κομμάτι αμέσως και τον κοίταξε ευγνώμονα.

Ύστερα νιαούρισε ξανά.

— Φτάνει τώρα, — χαμογέλασε ο ψαράς. — Πήγαινε σπίτι, εδώ δεν είναι για σένα.

Ο γάτος έφυγε αργά…

Σιγά σιγά ξημέρωσε.

Ο ήλιος φάνηκε μέσα από τα δέντρα και στον πάγο άρχισαν να βγαίνουν κι άλλοι ψαράδες.

Ο άντρας χαμογέλασε: από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο γάτος, είχε καταφέρει να πιάσει μερικά μικρά ψάρια.

Λίγο, αλλά κάτι ήταν!

Και τότε είδε ξανά τον γκρι επισκέπτη.

— Πάλι εσύ; Θέλεις ψάρι; — είπε και του πέταξε ένα από τα ψάρια.

Ο γάτος το μύρισε, στραβομουτσούνιασε και έκανε πίσω.

— Δεν θέλεις; Ε, τότε δεν έχω άλλο. Πήγαινε στους άλλους, — είπε ο άντρας δείχνοντας προς τους ψαράδες πιο πέρα.

Μα ο γάτος δεν έφευγε.

Στεκόταν και νιαούριζε όλο και πιο δυνατά.

Ήταν φανερό ότι δεν τον έφερε εκεί η πείνα.

— Τι θέλεις επιτέλους; — εκνευρίστηκε ο ψαράς. — Δεν έχω άλλο!

Ο γάτος τον κοίταζε κατευθείαν στα μάτια, σαν να προσπαθούσε να του δείξει κάτι.

Εκείνη τη στιγμή ο ήλιος φώτισε το παγωμένο τοπίο.

Κι ακούστηκαν ξαφνικά φωνές από την ακτή.

Όσοι μόλις είχαν βγει στον πάγο, γύριζαν τρέχοντας πίσω, γλιστρώντας και πέφτοντας.

Ο άντρας κοίταξε γύρω και πάγωσε: μια τεράστια ρωγμή έτρεχε με δύναμη στον πάγο κατευθείαν προς το μέρος του, βγάζοντας τρομακτικό θόρυβο.

Πώς δεν την είχε δει πιο πριν;

Ίσως λόγω του σκούφου;

Ο γάτος, με μια κραυγή, πήδηξε πάνω του.

Εκείνος άφησε τα σύνεργα, έσφιξε το ζώο στο στήθος και άρχισε να τρέχει… μα ήταν αργά.

Ένα μεγάλο κομμάτι πάγου αποκόπηκε και παρασύρθηκε προς την ανοιχτή θάλασσα, εκεί όπου άλλοι όγκοι πάγου συγκρούονταν και έσπαγαν.

Ο ψαράς κοίταζε τρομοκρατημένος, σφίγγοντας τον γάτο, ώσπου εκείνος γρατζούνισε και φύσηξε.

Αυτό τον ξύπνησε.

— Εσύ ήθελες να με προειδοποιήσεις… — ψιθύρισε. — Για ένα μπιφτέκι… Κι εγώ σε έδιωχνα.

Έφερε τον γάτο κοντά στο πρόσωπο και τον ζέσταινε με την ανάσα του.

Ύστερα κοίταξε γύρω, σκεπτόμενος πώς να σωθεί.

Η παγοκολώνα ήταν μεγάλη και γερή ακόμα.

Όμως το ρεύμα και ο άνεμος μπορούσαν να την παρασύρουν μακριά.

Ο γάτος, γουργουρίζοντας, κόλλησε πάνω του.

Κι ο άντρας ένιωσε τον φόβο να υποχωρεί.

Έβγαλε από την τσέπη το τηλέφωνο και κάλεσε διασώστες.

Έδωσε τις συντεταγμένες, κάθισε ξανά και είπε:

— Λοιπόν, φίλε μου, να συνεχίσουμε το ψάρεμα;

Ο γάτος τον κοίταξε και νιαούρισε απαλά.

— Άσ’ τα όλα, — χαμογέλασε ο ψαράς, χώνοντας τον γάτο στο μπουφάν και μαζεύοντας τα σύνεργα.

Πέρασαν πέντε ώρες.

Ελικόπτερα έψαχναν την περιοχή.

Ένας διασώστης εντόπισε το φωσφορίζον πορτοκαλί μπουφάν.

Ήταν το δώρο της γυναίκας του.

Το ελικόπτερο στάθηκε, κατέβασαν σχοινί.

Ο άντρας έπρεπε να δεθεί, αλλά έκανε νόημα να περιμένουν.

Άνοιξε το σακίδιο, έβαλε μέσα τον γάτο, το έκλεισε και τότε έδειξε: τώρα.

Όταν τον τράβηξαν επάνω, ο γάτος πετάχτηκε και χώθηκε πάλι στην αγκαλιά του.

— Σιγά, μικρέ, — του ψιθύρισε χαϊδεύοντάς τον. — Γυρίζουμε σπίτι.

Η γυναίκα του άνοιξε την πόρτα.

— Σου ’φερα την ψαριά, — χαμογέλασε.

— Αποκλείεται! — απόρησε εκείνη.

Άνοιξε το μπουφάν κι έβγαλε τον γκρι γάτο.

— Μα τι όμορφος! Από πού τον βρήκες;

— Το δόλωμα ήταν το μπιφτέκι σου, — της έκλεισε το μάτι και τη φίλησε.

Ακούμπησε το σακίδιο στο τραπέζι.

Η γυναίκα ξαφνιάστηκε: από μέσα προεξείχε μια ουρά ψαριού.

— Απίστευτο! Πού το έπιασες αυτό;

— Μυστικό, — χαμογέλασε, κοιτάζοντας τον γάτο.

Μα εκείνος ήδη είχε βρει αυτήν — τη γυναίκα που μύριζε θαλπωρή.

Εκείνη τον χάιδευε κι αυτός γουργούριζε…

Από τότε ο άντρας δεν ξαναπήγε για ψάρεμα.

Ούτε τον χειμώνα, ούτε το καλοκαίρι.

Ίσως γιατί είχε αποδείξει ό,τι ήθελε.

Ίσως γιατί ψαράς ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια.

Κι εμείς ποιοι είμαστε για να τους κρίνουμε;..