Μαζεύοντας στη χιονοθύελλα μια γηραιά γυναίκα που έτρεμε από το κρύο, η σύζυγος ενός εκατομμυριούχου δεν φανταζόταν καν τι την περίμενε στο ίδιο της το σπίτι…

Έξω λυσσομανούσε η κακοκαιρία – όχι απλώς μια απλή χιονοθύελλα, αλλά μια αληθινή αποκάλυψη του χειμώνα.

Ο άνεμος ούρλιαζε και μούγκριζε σαν δαιμονισμένο πνεύμα, χτυπώντας στα τζάμια λες και ήθελε να μπει μέσα.

Οι νιφάδες του χιονιού στριφογύριζαν σε έναν παρανοϊκό χορό, καλύπτοντας τον κόσμο με μια λευκή σιωπή.

Σε τέτοια νύχτα ακόμα και η πιο θαρραλέα ψυχή μπορούσε να χαθεί.

Κι ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μέσα από το πέπλο του χιονιού, η Μαρίνα Σαζόνοβα — εύθραυστη, κομψή, με μάτια που είχαν χάσει εδώ και καιρό τη σπίθα της ελπίδας — την είδε.

Στην άκρη του δρόμου, θαμμένη σχεδόν στο χιόνι σαν ξεχασμένη κούκλα, στεκόταν η γριά.

Λικνιζόταν επικίνδυνα, σαν να μπορούσε ο άνεμος να τη ρίξει ανά πάσα στιγμή.

Το πρόσωπό της ήταν χαραγμένο με ρυτίδες, μα στα μάτια της — βαθιά σαν πηγάδια του χρόνου — υπήρχε μια ανησυχητική συνειδητότητα.

Η Μαρίνα πάτησε απότομα το φρένο.

Η καρδιά της σφίχτηκε.

«Αν περνούσα δίπλα της χωρίς να σταματήσω… θα εξαφανιζόταν.

Θα πάγωνε.

Θα γινόταν ένα άγαλμα από πάγο ανάμεσα στους σωρούς του χιονιού.

Σαν σύμβολο ξεχασμένου πόνου…»

Πετάχτηκε από το αυτοκίνητο, τυλιγμένη σε γούνινο κασκόλ, και τρέμοντας όχι μόνο από το κρύο αλλά κι από μια εσωτερική προαίσθηση, έπιασε τη γριά από το χέρι.

Εκείνη δεν αντέδρασε.

Τα δάχτυλά της ήταν παγωμένα, κι όμως έμοιαζαν να κρύβουν μια αλλόκοτη, σχεδόν μαγνητική δύναμη.

Το σπίτι — μια τεράστια έπαυλη σε νεοκλασικό ύφος, με κίονες, τζάκια και σκιές που χόρευαν στους τοίχους — τις υποδέχτηκε με απόλυτη σιωπή.

Η Μαρίνα κάθισε τη φιλοξενούμενη κοντά στο τζάκι, έβαλε μόνη της τσάι με μέντα και διέταξε τη δούλα να φέρει μια ζεστή κουβέρτα.

Όλα έγιναν όπως έπρεπε.

Κι όμως, στην ατμόσφαιρα αιωρούταν κάτι… ανοίκειο.

Πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα σε κρυστάλλινα βάζα και παλιά βιβλία, βρισκόταν ένας φάκελος.

Λευκός.

Φαινομενικά ασήμαντος.

Κι όμως — σαν μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά.

Η Μαρίνα αναγνώρισε αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα.

Ήταν της πεθεράς της.

Της Ελένα Σαζόνοβα.

Νεκρής εδώ και είκοσι χρόνια.

«Αγαπητή, πέρασα — δεν σε βρήκα.

Αποφάσισα να αφήσω γραπτό μήνυμα.

Ο Γκλεμπ ξέρει.

Θα τα πούμε αύριο».

Κάθε λέξη τη διαπέρασε σαν κομμάτι πάγου.

«Ξέρει;» αντήχησε στο μυαλό της.

«Τι ξέρει;»

Ο Γκλεμπ, ο σύζυγός της — ολιγάρχης με βλέμμα σκληρό σαν διαμάντι και λόγια κοφτερά σαν λεπίδα — έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι εδώ και μια εβδομάδα.

Κι η πεθερά της… Είχε πεθάνει προ πολλού.

Όμως οι ψίθυροι ποτέ δεν έπαψαν.

Σχόλια στην οικογένεια.

«Η Μαρίνα δεν μπορεί να χαρίσει διάδοχο… Ο Γκλεμπ απογοητεύτηκε… Η επόμενη γυναίκα θα είναι δυνατότερη…»

Και κάθε φορά η “επόμενη” εξαφανιζόταν.

Μια από αρρώστια, μια από ατύχημα.

Κι ο Γκλεμπ;

Πένθιζε… αλλά έβρισκε καινούρια πολύ γρήγορα.

Ένας βαρύς, βραχνός βήχας ακούστηκε από το σαλόνι.

Σαν να ερχόταν από τον τάφο.

Η Μαρίνα γύρισε — και πάγωσε.

Η γριά στεκόταν μπροστά στη βιβλιοθήκη με τις οικογενειακές φωτογραφίες.

Τα δάχτυλά της χάιδευαν τις κορνίζες.

Κοίταζε τις εικόνες με οικειότητα υπερβολική.

— Γιαγιά, να σας βάλω ζάχαρη στο τσάι; — η φωνή της Μαρίνας έτρεμε σαν χορδή στον άνεμο.

Η γριά στράφηκε αργά.

Χαμογέλασε.

Ένα χαμόγελο θερμό… αλλά δίχως καμιά ζεστασιά.

— Ευχαριστώ, κορούλα μου.

Αλλά καλύτερα να φύγω… Με περιμένουν.

Και χάθηκε στο σκοτεινό χολ, σαν σκιά που λιώνει στο σκοτάδι.

Στον καναπέ έμεινε μόνο ένα μαντήλι.

Λευκό.

Απλό.

Όταν όμως η Μαρίνα το σήκωσε, η καρδιά της σταμάτησε.

Στη γωνία υπήρχαν κεντημένα αρχικά: «Ε.Σ.»

Ελένα Σαζόνοβα.

Το πατρικό όνομα της πεθεράς της.

Εκείνης που είχε φύγει από τη ζωή πριν από είκοσι χρόνια.

Το τηλέφωνο δονήθηκε.

Η οθόνη άναψε.

Ο Γκλεμπ καλούσε.

Και κάτω από το όνομα εμφανίστηκε μήνυμα:

«Αύριο όλα θα κριθούν.

Η μαμά έχει δίκιο».

Η Μαρίνα πάγωσε.

«Μαμά; Ποια μαμά;

Η νεκρή;

Αυτή που άφησε γράμμα πάνω στο τραπέζι;»

Έξω η θύελλα ξαφνικά κόπασε.

Στη σιωπή που ακολούθησε ακούστηκε ένας ήχος — σιγανός, μα ανατριχιαστικός: το τρίξιμο της κουνιστής πολυθρόνας.

Εκείνης που βρισκόταν στο σαλόνι.

Άδεια.

Κι όμως κουνιόταν.

Λες και μόλις είχε σηκωθεί κάποιος.

Λες και κάποιος αόρατος ήταν ακόμη εκεί.

Η Μαρίνα έμεινε ακίνητη, σαν άγαλμα.

Τα δάχτυλά της έσφιγγαν το μαντήλι — την έκαιγε σαν αναμμένο κάρβουνο.

Ο Γκλεμπ… Δεν έπρεπε να είναι στο σπίτι.

Ήταν στο Λονδίνο.

Ή στο Ντουμπάι.

Ή κάπου μακριά.

Κι αυτό το μήνυμα… ήταν σαν καταδίκη.

— Γκλεμπ… — ψιθύρισε, κοιτώντας την οθόνη.

Την ίδια στιγμή το κινητό έσβησε.

Κι ολόκληρο το σπίτι βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Απόλυτο, πηχτό σκοτάδι.

Μόνο οι σπίθες που έσβηναν στο τζάκι ζωγράφιζαν στους τοίχους φαντασμαγορικές, χορευτικές σκιές.

Πάνω, στον όροφο, άνοιξε μια πόρτα με τριγμό.

Αργά.

Μεθοδικά.

— Ποιος… ποιος είναι εκεί; — η φωνή της Μαρίνας έτρεμε σαν φύλλο στον άνεμο.

Δεν ακούστηκε απάντηση.

Μόνο ένας ψίθυρος, αμυδρός, σαν να τον κουβαλούσε ο άνεμος μέσα από τους τοίχους:

«Μην φοβάσαι… Εσύ την διάλεξες…»

Η καρδιά χτυπούσε τόσο δυνατά, σαν να ήθελε να ξεφύγει από το στήθος της.

Η Μαρίνα όρμησε προς τον διακόπτη, αλλά σκοντάφτει.

Έπεσε στα γόνατα.

Κάτω από τα χέρια της – ύφασμα.

Μαντήλι.

Κι άλλο.

Και ξανά.

Ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα, σαν ίχνη που οδηγούσαν στον διάδρομο.

Εκεί, όπου κρεμόταν το πορτρέτο της πεθεράς — αυστηρής, με διαπεραστικό βλέμμα.

Μια λάμψη από την οθόνη — και για μια στιγμή όλα φωτίστηκαν.

Τα μάτια στο πορτρέτο κοιτούσαν κατευθείαν πάνω της.

Και στη γωνία του καμβά — ένας σκοτεινός, υγρός λεκές.

Σαν να είχε τρέξει η μπογιά.

Ή μήπως ήταν αίμα;

ΜΠΑΜ!

Ένας βαρύς κρότος στην πόρτα.

Η Μαρίνα ούρλιαξε.

— Μαρίνα! Άνοιξε! — η φωνή του Γκλεμπ. Γνωστή. Μα…

Δεν θα έπρεπε να είναι εδώ.

Έτρεξε στην πόρτα.

Το χέρι της άγγιξε το πόμολο.

Μα ξαφνικά σταμάτησε.

Κι αν δεν ήταν αυτός;

Από την άλλη πλευρά ακούστηκε γέλιο.

Λεπτό.

Γεροντικό.

Οικείο.

— Κορούλα… — έτριξε η φωνή που είχε ακούσει στο σαλόνι. — Εσύ η ίδια με άφησες να μπω…

Τινάχτηκε πίσω, σαν από ηλεκτρικό ρεύμα.

Το τηλέφωνο άστραψε.

Νέο μήνυμα:

«Μην τον πιστεύεις. Έρχομαι. Τα σπίρτα στο ντουλάπι. Κάψε το γράμμα».

Αποστολέας: Ελένα Σαζόνοβα.

Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2003.

Πριν από είκοσι χρόνια.

Η Μαρίνα έσφιξε το τηλέφωνο.

Ρίγος διέτρεξε το σώμα της.

Αδύνατον.

Τρέλα.

Μα η ημερομηνία…

Δεν μπορούσε να είναι τυχαία.

Ήταν η μέρα που βρήκαν την Ελένα Σαζόνοβα νεκρή σε αυτό το ίδιο σπίτι.

Επίσημη εκδοχή — καρδιακή προσβολή.

Μα υπήρχαν φήμες…

«Προσπάθησε να σταματήσει τον γιο της…»

«Κάψε το γράμμα…»

Όρμησε στο τραπέζι.

Ξέσκισε τον φάκελο.

Μέσα — μια κιτρινισμένη σελίδα, γραμμένη με τρεμάμενα γράμματα:

«Μαρίνα, αν διαβάζεις αυτό, σημαίνει πως ο Γκλεμπ αποφάσισε να επαναλάβει το σχέδιο. Πιστεύει ότι μόνο μια καινούργια γυναίκα θα του δώσει κληρονόμο. Μα αυτό είναι ψέμα. Όλες του οι γυναίκες πέθαναν στη γέννα — πολύ βολικό, δεν νομίζεις; Έλεγξε το χρηματοκιβώτιο στο γραφείο του. Εκεί είναι τα ασφαλιστήρια. Και το ημερολόγιό μου — κάτω από το πάτωμα δίπλα στο παράθυρο. Συγχώρα με που δεν σε προειδοποίησα νωρίτερα. Να ξέρεις, μπόρεσα να σε σώσω μόνο… μέσα από τον τάφο».

Το πάτωμα έτριξε.

Γύρισε απότομα.

— Το βρήκες; — η φωνή του Γκλεμπ ακούστηκε πίσω της.

Δεν πρόλαβε ούτε να φωνάξει.

Ένα δυνατό χέρι άρπαξε τα μαλλιά της και την κοπάνησε με το πρόσωπο στο τραπέζι.

Αίμα κύλησε από τα σκισμένα χείλη της.

— Είχα προειδοποιήσει τη μάνα μου να μην μπλέκεται όπου δεν πρέπει, — φύσηξε με οργή, τραβώντας μια σύριγγα. — Εσύ είσαι απλώς άλλη μια αποτυχημένη προσπάθεια.

Ξαφνικά, από τον διάδρομο, ακούστηκε σπάσιμο.

Ξύλο έσπαγε.

Η πόρτα του χολ άνοιξε με τόση δύναμη που κάδρα έπεσαν από τους τοίχους.

Το γυαλί ήχησε, σαν κραυγή ψυχής.

Και στο άνοιγμα — εκείνη.

Με μπλε φόρεμα.

Το ίδιο που φορούσε στην κηδεία της.

Η Ελένα Σαζόνοβα.

— Δεν… γίνεται… — ψιθύρισε ο Γκλεμπ, οπισθοχωρώντας.

— Εμφανίστηκα σε καθεμία, — τα δάχτυλά της, άσπρα σαν μάρμαρο, βυθίστηκαν στους ώμους του. — Μα εσύ ποτέ δεν έμαθες να φοβάσαι.

Η Μαρίνα, χάνοντας τις αισθήσεις της, άκουσε τις τελευταίες λέξεις:

«Ευχαριστώ που με μάζεψες τότε στη χιονοθύελλα… Τώρα είσαι ελεύθερη».

Επίλογος. Ένα χρόνο αργότερα.

Πρωί.

Κρύο, γκρίζο.

Μια νεαρή γυναίκα με μαύρο παλτό στέκεται μπροστά σε φρέσκο μνήμα.

Στην πλάκα χαραγμένο όνομα: Ελένα Σαζόνοβα.

Δίπλα — κρίνα λευκά.

Και ένας φάκελος.

— Τήρησα την υπόσχεσή μου, — ψιθυρίζει. — Όλα τα ασφαλιστήρια έχουν μεταφερθεί. Το ίδρυμά σας για τις γυναίκες θα λειτουργήσει. Ο Γκλεμπ δεν άφησε κληρονόμους. Κι εσείς… αφήσατε εμένα.

Ο άνεμος αγγίζει τον ώμο της — σαν χέρι αόρατο, αλλά ζεστό.

Φεύγει.

Μα ρίχνει μια τελευταία ματιά.

Στην πλάκα — δυο λέξεις, που πριν δεν υπήρχαν:

«ΚΑΛΗ ΜΟΥ»

Και στο αρχοντικό, τώρα άδειο και σιωπηλό, στο ράφι του τζακιού στέκει ένα φλιτζάνι τσάι.

Φρέσκο.

Κάθε βράδυ.

Για την περίπτωση που στη χιονοθύελλα ξαναχτυπήσει η γερόντισσα…

Που δεν ζητά πια να μπει.

Μα που ποτέ δεν θα ξεχαστεί.