«Ο άντρας–παράσιτο για έναν χρόνο τρεφόταν από μένα, ενώ έκρυβε χρήματα για το διαμέρισμα της μητέρας του — μέσα στο εστιατόριο του έχωσα τις βαλίτσες και του πέταξα τη σούπα στη μάπα».
— Το θράσος σας δεν έχει όρια! Μαζέψτε τη γλώσσα σας πίσω και βγείτε αμέσως από το σπίτι μου! — είπε απότομα η Λαρίσα, ανοίγοντας με δύναμη την εξώπορτα.

— Ο γιος σας κάθεται στον σβέρκο μου εδώ κι έναν ολόκληρο χρόνο. Και τώρα θέλετε να φορτώσετε και ολόκληρη την οικογένεια στους λεπτούς μου ώμους; Δεν θα σπάσει ο κώλος σας; — η νύφη πέταξε το παλτό κατευθείαν στη σαστισμένη πεθερά.
— Έχετε χάσει τελείως το μέτρο ή μήπως όταν ο Θεός μοίραζε συνείδηση, εσείς περιμένατε στην ουρά για να πάρετε θράσος; — είπε η Λαρίσα με αηδία, καρφώνοντας το βλέμμα στην Ελένα Ιγκόρεβνα.
— Λαρίσα, μα τι λόγια είναι αυτά; — μουρμούρισε η πεθερά, που δεν σκόπευε καθόλου να αποχωρήσει.
— Σου είναι δύσκολο να βοηθήσεις τον αδελφό του άντρα σου; Εσύ έχεις λεφτά με το τσουβάλι. — Η Ελένα Ιγκόρεβνα έριξε μια ματιά στο πολυτελές σαλόνι με τον σύγχρονο διάκοσμο.
— Ναι, διαθέτω χρήματα, αλλά εσείς έχετε τόση σχέση με αυτά όσο το χιόνι με την έρημο Σαχάρα. — πέταξε η Λαρίσα.
— Για ποιον λόγο να πληρώσω εγώ την ανακαίνιση του αδελφού του άντρα μου; Τι είναι, ανάπηρος;
— Λαρίσα, περνάει δύσκολες στιγμές. Εδώ και τρεις μήνες δεν βρίσκει δουλειά…
Η ανακαίνιση κόλλησε στη μέση. Ζούνε με ένα μικρό παιδί μέσα στο μισοτελειωμένο σπίτι. — η πεθερά αναστέναξε βαριά, όπως συνήθιζε πάντα.
Κάθε φορά που η Ελένα Ιγκόρεβνα ζητούσε λεφτά από τη νύφη της, συνοδευόταν από δραματικούς αναστεναγμούς και πικρές παραπομπές στη μοίρα.
Συνήθως, η Λαρίσα δεν έλεγε όχι. Μπορεί να διαμαρτυρόταν, να τσακωνόταν, αλλά στο τέλος έδινε τα χρήματα.
Όμως αυτή τη φορά τα πράγματα άλλαξαν. Η γυναίκα του γιου της αρνήθηκε κατηγορηματικά.
Εκείνη τη μέρα η πεθερά βρήκε για πρώτη φορά τοίχο.
— Δεν είναι δικό μου πρόβλημα αν ο δεύτερος γιος σας είναι τεμπέλης και ακαμάτης.
Δουλειά δεν μπορεί να βρει, ε; — Η Λαρίσα στεκόταν ακόμα στο κατώφλι.
— Σαν να μου έρχονται τα λεφτά εύκολα… — συνέχισε με σφιγμένα χείλη. — Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι κάθε φορά που ζητάτε να σας αγοράσω κάτι, εγώ πρέπει να δουλεύω διπλά; Το σκεφτήκατε αυτό;
— Μα Λαρίσα, εγώ ποτέ δεν σου ζήτησα κάτι σπουδαίο. Έτσι, μικροπράγματα… — είπε η Ελένα Ιγκόρεβνα, ακουμπώντας το παλτό στην κονσόλα του διαδρόμου.
— Μία φορά στη ζωή μου ήρθα με πραγματικά σοβαρή παράκληση. Και… να! Απόρριψη. — πήγε να συνεχίσει η πεθερά, αλλά η Λαρίσα την έκοψε.
— Μία φορά στη ζωή; — άνοιξε διάπλατα τα μάτια η Λαρίσα. — Τον περασμένο μήνα σας αγόρασα πλυντήριο.
Δύο μήνες πριν σας έδωσα πενήντα χιλιάδες για διακοπές.
Στον άντρα σας πήρα χειμερινά λάστιχα τον Οκτώβριο. Αυτό λέγεται «μία φορά στη ζωή»;
Η πεθερά τα έχασε, κι η νύφη συνέχισε.
— Ή μήπως για σας η βοήθεια μετράει μόνο αν πρέπει να σας δώσω πάνω από ένα εκατομμύριο; — είπε εκνευρισμένη η Λαρίσα.
— Ώρα να φύγετε! Όσο περισσότερο μένετε, τόσο πιο πολύ με εξοργίζετε. — πλησίασε γρήγορα η Λαρίσα την Ελένα Ιγκόρεβνα.
Της έδωσε το παλτό στο χέρι και σχεδόν με το ζόρι την έσπρωξε έξω.
— Όλα θα τα πω στον άντρα σου! Πώς φέρεσαι στη μητέρα του.
Τσιγκουνεύτηκες χρήματα στον ίδιο σου τον άνθρωπο! — φύσηξε η πεθερά και μπήκε στο ασανσέρ.
— Δεν είστε δικός μου άνθρωπος! — φώναξε πίσω της η Λαρίσα.
— Και με αυτούς τους ρυθμούς, ούτε ο γιος σας θα παραμείνει δικός μου για πολύ. — συμπλήρωσε και έκλεισε δυνατά την πόρτα.
— Άκου να δεις… Τελείως ξέφυγε. — μουρμούρισε η Λαρίσα. — Δεν πρόκειται να γίνω η χορηγός της οικογένειάς της.
Με πέρασαν για χαζή. — Άνοιξε το παράθυρο για να φύγει η βαριά μυρωδιά από το άρωμα της πεθεράς.
Πήρε ένα βιβλίο, άρχισε μηχανικά να διαβάζει και δεν κατάλαβε πώς πέρασαν οι ώρες. Και τότε ξεκίνησε το πιο ενδιαφέρον κομμάτι.
Στις οκτώ γύρισε από τη δουλειά ο Νικήτας, ο άντρας της. Σε αντίθεση με τον αδελφό του, εκείνος όντως εργαζόταν.
Μα ο μισθός του μόλις που έφτανε για τα βασικά. Ο Νικήτας προτιμούσε να χρησιμοποιεί τα λεφτά της γυναίκας του.
Το έκανε με ευχαρίστηση και χωρίς την παραμικρή τύψη.
Η επιθυμία να ζει εις βάρος άλλων μάλλον ήταν κληρονομική.
— Λαρίσα, γιατί δεν βοήθησες τη μάνα μου; — μόλις πέρασε το κατώφλι, ο Νικήτας όρμησε με παράπονο πάνω στη γυναίκα του.
— Δηλαδή τι εννοείς; — η Λάρισα σήκωσε τα μάτια της από το βιβλίο και κοίταξε τον σύζυγο με απορία.
— Κυριολεκτικά το εννοώ… Η μητέρα μου σου ζήτησε λίγα χρήματα για την ανακαίνιση στο διαμέρισμα του αδελφού μου κι εσύ την έδιωξες.
Και μάλιστα της είπες και πολλά άσχημα λόγια.
Ο άντρας κοίταξε τη γυναίκα του με δυσαρέσκεια και προχώρησε στο σαλόνι.
— Έχεις τα λογικά σου;
— Κάτι δεν κατάλαβα… Την υπερασπίζεσαι τώρα; Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι εγώ είμαι υποχρεωμένη να πληρώνω την ανακαίνιση του αδερφού σου; — η Λάρισα έκλεισε με θόρυβο το βιβλίο.
— Όλοι συνεισφέρουμε για να τον βοηθήσουμε.
Αυτές είναι οικογενειακές αξίες.
Είμαστε οικογένεια και πρέπει να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον… — ο σύζυγος κάθισε στον καναπέ και έδεσε τα χέρια του.
— Οι γονείς μου έβαλαν χρήματα, οι γονείς της γυναίκας του πρόσφεραν κι αυτοί, εγώ έδωσα ήδη… Τώρα είναι η σειρά σου.
— Μα τι περίεργο! — η Λάρισα γέλασε ειρωνικά.
Δηλαδή για πλυντήριο, για χειμερινά λάστιχα και για ταξίδι διακοπών οι γονείς σου δεν είχαν χρήματα.
Κι όμως, όταν χρειάστηκε ο αδελφός σου ανακαίνιση, ξαφνικά βρέθηκαν.
— Ακόμα πιο παράξενο είναι πού βρήκες εσύ λεφτά.
Γιατί όταν σου ζητάω να πληρώσεις κάτι ή να αγοράσεις κάτι πέρα από τα ψώνια, πάντα αντιδράς. — η σύζυγος έκανε μια παύση και πρόσθεσε.
— Μα Λάρισα, ξέρεις πως είμαι μεσίτης… Άλλοτε δεν έχω τίποτα, άλλοτε τα πάω καλά.
Χθες νοίκιασα ένα διαμέρισμα και πρώτα απ’ όλα έστειλα τα χρήματα στη μητέρα μου. — ο Νικήτας έβγαλε το ρολόι του, το ακούμπησε στο τραπέζι και έτριψε το χέρι του.
— Νικήτα, πάντα λες πως δεν έχεις τίποτα.
Όλο αυτό τον χρόνο δεν θυμάμαι να έφερες πάνω από σαράντα χιλιάδες τον μήνα.
Ενώ εγώ κάθε μήνα βγάζω μισό εκατομμύριο. — η Λάρισα σταύρωσε τα πόδια και ξάπλωσε αναπαυτικά στην πολυθρόνα.
— Μεταξύ μας υπάρχει οικονομικό χάσμα στο μέγεθος ολόκληρης της Μόσχας.
— Εγώ σε συντηρώ έναν χρόνο τώρα… Σου αγόρασα ρούχα, ξεχρέωσα το δάνειό σου πριν τον γάμο… Στη θάλασσα επίσης πήγαμε με δικά μου λεφτά.
Ποιος είναι τελικά ο άντρας στο σπίτι; Μήπως είσαι αργόσχολος που ζει από μένα; — η Λάρισα τον κάρφωσε με το βλέμμα.
— Δεν είμαι καθόλου αργόσχολος, απλώς τώρα δεν υπάρχουν χρήματα.
Θα κερδίσω σίγουρα εκατομμύρια αργότερα.
Και το ότι τώρα δεν με στήριξες… αυτό θα το θυμάμαι.
Όταν πετύχει το σχέδιό μου… — ο Νικήτας κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα.
Δεν είχε πια τι να αντιτάξει και έτσι έβαλε τέλος στον καβγά κρατώντας τον τελευταίο λόγο.
— Σκέψου πρώτα τι ακριβώς θα “πετύχει” αυτό το σχέδιό σου… Δεν μπορείς καν να καταφέρεις να μείνω έγκυος… — φώναξε με πικρία η Λάρισα.
Είχε ήδη φτάσει τα τριάντα πέντε και λαχταρούσε να αποκτήσει παιδί.
Αλλά ο Νικήτας, πέντε χρόνια μικρότερος, έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσε να της δώσει αυτό που ονειρευόταν.
Εκείνη τη νύχτα η γυναίκα αποφάσισε να δείξει ξεκάθαρα στον άντρα της πως η οικογένειά του δεν θα ξοδεύει άλλο τα δικά της λεφτά.
Πήρε από την ντουλάπα ένα έξτρα σετ σεντόνια, άνοιξε τον καναπέ στο σαλόνι και διάλεξε να κοιμηθεί νωρίς.
Κι εκεί την περίμενε πραγματικό σοκ.
Κατά τα μεσάνυχτα η Λάρισα ξύπνησε και πήγε προς την τουαλέτα.
Στον δρόμο παρατήρησε ότι το φως στην κουζίνα ήταν ανοιχτό…
Με την άκρη του ματιού της είδε τον άντρα της να μιλάει ψιθυριστά στο τηλέφωνο με κάποιον.
— Όχι, δεν υποψιάζεται τίποτα.
Είμαστε σχεδόν στον στόχο μας.
Ήδη μεθαύριο θα μπορέσω να καταθέσω τα χρήματα.
Σχεδόν μάζεψα το ποσό.
Η γυναίκα πάγωσε και άρχισε να αφουγκράζεται κάθε λέξη.
Όσο περισσότερο άκουγε, τόσο πιο πολύ άνοιγαν τα μάτια της.
— Μην ανησυχείς, εσύ είσαι το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου.
Σου είπα πως θα το κανονίσω.
Όλα θα πάνε καλά. — ο άντρας ψιθύρισε απαλά.
— Τι σημαίνει αυτό; Εγώ δεν είμαι η πιο σημαντική γυναίκα γι’ αυτόν; Έχει κάποια άλλη; — η Λάρισα κάλυψε το στόμα της με τρόμο, ενώ ο Νικήτας συνέχισε να μιλάει.
— Ναι, μάζεψα κανονικά αυτόν τον χρόνο.
Είχες δίκιο… Το να μετακομίσω στο σπίτι της Λάρισας για να βάλω στην άκρη περισσότερα λεφτά… Ήταν εξαιρετική ιδέα.
Σε ευχαριστώ και πάλι για την καταπληκτική συμβουλή. — ο άντρας σηκώθηκε από την καρέκλα και γέμισε το ποτήρι του με κρασί.
Η Λάρισα κατάλαβε ότι η συνομιλία πλησίαζε στο τέλος της και, ξεχνώντας την ανάγκη της να πάει στην τουαλέτα, έτρεξε αθόρυβα πίσω στο σαλόνι.
— Έχει συνεννοηθεί με κάποιον…
— Και το έκανε πριν παντρευτούμε…
— Με εκμεταλλεύτηκε…
Η Λάρισα ξάπλωσε στο κρεβάτι.
Η καρδιά της χτυπούσε πιο δυνατά κι από ρυθμό ατμομηχανής…
Καταιγίδα σκέψεων στροβιλιζόταν στο μυαλό της…
— Χρειάζεται τα χρήματα για κάτι…
— Και όλον αυτόν τον καιρό έμενε μαζί μου, μου έλεγε ότι δεν είχε λεφτά, ενώ στην πραγματικότητα μάζευε… Ζούσε εις βάρος μου…
— Και ποια είναι αυτή η πιο σημαντική γυναίκα στη ζωή του;
Η Λάρισα ξέσπασε σε κλάματα από την προσβολή που ένιωσε.
Ένα νευρικό ρίγος διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της.
Η γυναίκα ανησυχούσε και βασάνιζε τον εαυτό της με σκέψεις μέχρι τις τέσσερις το πρωί.
Με το ζόρι αποκοιμήθηκε και ξύπνησε μόνο το μεσημέρι.
— Το ότι θα πάρω διαζύγιο μαζί του δεν σηκώνει καμία συζήτηση.
Αλλά πρέπει να μάθω τι ακριβώς κρύβει από μένα αυτός ο τύπος.
Ο Νικήτας είπε ότι αύριο θα καταθέσει τα χρήματα.
Άρα αύριο πρέπει να ανακαλύψω πού ακριβώς θα πάνε. — σκέφτηκε η Λάρισα και μπήκε στο ντους.
Όλη την ημέρα καθάριζε το σπίτι και ασχολούνταν με τις καθημερινές δουλειές.
Κι όταν το βράδυ ο άντρας της γύρισε από το σπίτι της μητέρας του, εκείνη αποφάσισε να μη δείξει τίποτα.
Αν και είχε πια αποφασίσει οριστικά να χωρίσει, φερόταν σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα.
Τη Δευτέρα ακύρωσε όλες τις υποχρεώσεις της και μόλις ο Νικήτας έφυγε για δουλειά, τον ακολούθησε διακριτικά.
Την προηγούμενη μέρα είχε αγοράσει ένα μπρελόκ που μπορούσε να εντοπίζει τη θέση του και το είχε κρύψει στην τσάντα του.
Η Λάρισα κάλεσε ταξί και άρχισε να τον παρακολουθεί.
Πρώτα πήγε σε τράπεζα, ύστερα στάθμευσε μπροστά σε ένα κτίριο με γραφεία.
Η Λάρισα έμεινε στο αυτοκίνητο και παρακολουθούσε.
Η έκπληξή της ήταν τεράστια όταν, λίγα λεπτά αργότερα, είδε τη μητέρα του να μπαίνει στο ίδιο κτίριο.
— Άρα η μάνα του είναι στο κόλπο.
Καλύπτει τη διπλή του ζωή.
Τι ωραία οικογένεια… Θα σας ταράξω εγώ.
Αλλά τι κάνουν εκεί μέσα; — σκεφτόταν κοιτώντας μπερδεμένη την είσοδο του κτιρίου.
Όταν ο Νικήτας και η Ελένα Ιγκόρεβνα βγήκαν από τα γραφεία, η Λάρισα περίμενε λίγα λεπτά και μετά πλησίασε στην είσοδο.
— Τυπογραφείο, σχολή χορού… — διάβαζε φωναχτά τις πινακίδες με τις επιχειρήσεις του κτιρίου.
— Πώληση παραθύρων — όχι, γραφείο γάμων — όχι, μεταφραστικό γραφείο — όχι… — απέρριπτε δυνατά τις επιλογές.
— Πρακτορείο μοντέλων — όχι, φωτογραφείο επίσης όχι…
— Κυρία, χρειάζεστε κάτι; — πλησίασε ο φύλακας.
— Ο άντρας μου μόλις ήταν εδώ με τη μητέρα του.
Ξέχασαν ένα έγγραφο και ήρθα να το πάρω… — απάντησε αμέσως ό,τι της υπαγόρευσε το ένστικτο.
— Ήταν στην εταιρεία ακινήτων.
Πρέπει να πάτε στο τμήμα πωλήσεων διαμερισμάτων.
Δώστε μου το διαβατήριό σας, θα σας βγάλω πάσο. — είπε ευγενικά ο άντρας.
Το επώνυμο της Λάρισας ταίριαζε με του συζύγου, κι έτσι την άφησε να περάσει χωρίς καμία υποψία.
— Καλημέρα σας, πριν λίγο ήταν εδώ ο άντρας μου με τη μητέρα του.
Μου ζήτησε να πάρω ένα ακόμη αντίγραφο των εγγράφων.
Μπορείτε να τα εκτυπώσετε; — είπε μπαίνοντας στο γραφείο.
— Βεβαίως… — απάντησε χαμογελαστά η υπάλληλος, τύπωσε τα χαρτιά και τα έβαλε σε έναν φάκελο.
— Τριάρι σε καινούργιο συγκρότημα στη Μόσχα… Ογδόντα τετραγωνικά… Προπληρωμένη προκαταβολή… Παράδοση σε έξι μήνες… Στο όνομα της Ελένας Ιγκόρεβνα… — σκεφτόταν η Λάρισα σοκαρισμένη περιμένοντας ταξί.
— Έτσι λοιπόν ξόδευαν τα λεφτά τους όταν εγώ τους βοηθούσα οικονομικά…
Για μένα δεν υπήρχαν χρήματα, αλλά για τη μαμά του υπήρχαν! — έσφιξε με οργή τον φάκελο.
Το ταξί έφτασε και ζήτησε να τη μεταφέρει εκτός πόλης, στο σπίτι του αδερφού του Νικήτα.
— Σίγουρα καμία ανακαίνιση δεν γίνεται εκεί… Ήθελαν απλώς να δώσουν μεγάλη προκαταβολή για το σπίτι… — σκεφτόταν κοιτώντας τις λαμπερές μακέτες του συγκροτήματος.
— Τέσσερα εκατομμύρια κατέθεσαν; Σιγά τους φτωχούς συγγενείς.
Εγώ τους έδινα λεφτά για να ζουν καλύτερα, κι αυτοί… — έμεινε άφωνη.
— Ω, Λαρίσκα, τι έκπληξη! — ο αδερφός του Νικήτα χαμογέλασε αμήχανα.
— Γεια, περνούσα τυχαία.
Μου έσβησε το κινητό… Ο οδηγός δεν έχει φορτιστή, και το σπίτι σου ήταν στον δρόμο… — απάντησε επιτόπου.
— Μπορώ να φορτίσω εδώ;
— Φυσικά, πέρασε… — είπε ανοίγοντας την πόρτα.
— Όπως το περίμενα… — σκέφτηκε η Λάρισα κοιτώντας τον καλοφτιαγμένο και άνετο χώρο.
— Νικόλαε, η πεθερά μου έλεγε ότι κάνεις ανακαίνιση.
Κατάλαβα ότι τελείωσες; — ρώτησε καχύποπτα.
— Ναι, από πέρσι.
Μένει μόνο ο τρίτος όροφος, αλλά δεν βιάζομαι… Θα φωνάξω φίλο και θα το τελειώσουμε γρήγορα. — καμάρωσε ο Νικόλας. — Δες τι ωραίο σαλόνι φτιάξαμε!
— Τέλος, Νικήτα. — έβραζε η Λάρισα γυρίζοντας πίσω στην πόλη. — Έναν ολόκληρο χρόνο με εκμεταλλευόσουν… Δεν θα στο συγχωρήσω ποτέ!
Μπήκε στο διαμέρισμα και άρχισε να πετάει τα πράγματα του Νικήτα σε δύο βαλίτσες.
Ύστερα με τη βοήθεια εφαρμογής εντόπισε πού ήταν ο άντρας της.
Η κουκκίδα στο χάρτη έδειχνε γνωστό εστιατόριο της Μόσχας.
Παράγγειλε ταξί, φόρτωσε τις βαλίτσες και πήγε εκεί.
Δεν υπήρχε αμφιβολία: μέσα από τη βιτρίνα είδε τον άντρα και την πεθερά να γιορτάζουν χαρούμενοι.
Σφίγγοντας τα δόντια από οργή, έσυρε τις βαλίτσες μέσα στην αίθουσα, αγνοώντας τα λόγια των σερβιτόρων, και τις ακούμπησε με δύναμη δίπλα στο τραπέζι.
— Λάρισα; Εσύ; Τι συμβαίνει; — ο Νικήτας την κοίταξε σαστισμένος.
Η Λάρισα άνοιξε την τσάντα, πέταξε πάνω στο τραπέζι τα αντίγραφα των εγγράφων.
Τα χαρτιά έπεσαν μέσα στη σούπα.
Ο ακριβός θαλασσινός ζωμός πετάχτηκε έξω, πιτσίλισε την λευκή μπλούζα της πεθεράς, και μια γαρίδα προσγειώθηκε στο παντελόνι του Νικήτα.
— Έχετε ξεφύγει τελείως! — ήθελε να πει, αλλά η φωνή μέσα της πρότεινε πιο βαριά βρισιά.
Η Λάρισα είπε την πιο σκληρή λέξη και έβρισε δυνατά.
Οι πελάτες στα γύρω τραπέζια πάγωσαν και κοίταζαν σοκαρισμένοι.
— Παράσιτο, τεμπέλη, προδότης…
Έζησες έναν χρόνο με τα δικά μου λεφτά!
Μου έλεγες ψέματα ότι δεν έχεις, κι αγόρασες διαμέρισμα στη μαμά σου. — κοίταξε τον άντρα με αηδία.
— Κι εσείς; — στράφηκε στη πεθερά. — Κανονική βδέλλα!
Μου παίρνατε λεφτά ενώ μπορούσατε να πάρετε δάνειο.
Αποκλείεται ο γιος σας να έβγαλε τέσσερα εκατομμύρια σε έναν χρόνο.
— Πλυντήριο της αγόρασα, λάστιχα του πεθερού πλήρωσα, διακοπές τους έκανα δώρο… — γύρισε προς τους υπόλοιπους πελάτες. — Σ’ αυτόν τον ανώριμο πλήρωνα κινητά, υπολογιστή, ρούχα.
— Κι αυτός όλο παραπονιόταν ότι δεν βρίσκει δουλειά.
Μου ζητιάνευε λεφτά και τα μάζευε κρυφά.
Τι ύπουλος τύπος…
Ο Νικήτας και η μητέρα του πήγαν να μιλήσουν, αλλά η Λάρισα τους διέκοψε απότομα.
— Σιωπή! Δεν τελείωσα… — φώναξε.
— Νικήτα, χωρίζουμε!
Θα βρω τον καλύτερο δικηγόρο στην πόλη και θα πάρω πίσω ό,τι μου άρπαξες.
Τα πράγματά σου είναι σε αυτές τις δύο βαλίτσες. — κλώτσησε μία από αυτές.
— Αν τολμήσεις να μου τηλεφωνήσεις ή να με πλησιάσεις, δεν θα λυπηθώ καθόλου… Δεν με νοιάζει που είσαι άντρας και πιο δυνατός.
Δεν φέρεσαι έτσι σε γυναίκα.
Ποτέ.
Κανένας άντρας δεν πρέπει να το κάνει.
Κι εσύ ακόμη περισσότερο! — πήρε βαθιά ανάσα.
— Το γεύμα τελείωσε! — άρπαξε το πιάτο με τη σούπα και το άδειασε πάνω του.
Με το κεφάλι ψηλά βγήκε από το εστιατόριο, όπου έπεσε βαριά σιωπή.
Η Λάρισα και ο Νικήτας χώρισαν.
Ο δικηγόρος της ήταν τόσο ικανός που ο πατέρας του Νικήτα αναγκάστηκε να πουλήσει το αυτοκίνητό του για να την αποζημιώσουν.
Ο Νικήτας μετακόμισε στους γονείς του.
Τώρα κάθεται συνεχώς σε ιστοσελίδες γνωριμιών ψάχνοντας κάποια υπάκουη και πλούσια γυναίκα.
Κάποια που θα τον φροντίζει και θα πληρώνει τα έξοδα της οικογένειάς του.
Η αποπληρωμή του δανείου δεν είναι γρήγορη υπόθεση.
Μέχρι στιγμής δεν έχει βρει καμία…
Η Λάρισα, μισό χρόνο αργότερα, γνώρισε έναν επιτυχημένο και ανεξάρτητο άντρα που της φέρεται όπως δεν είχε ποτέ φανταστεί.
Απέκτησε μια κόρη.
Λένε ότι τώρα είναι ευτυχισμένη στον γάμο της.
Όταν μια φίλη τη ρώτησε πρόσφατα για τον Νικήτα, εκείνη απάντησε:
— Όλοι οι άνθρωποι στη ζωή μας εμφανίζονται για κάποιο λόγο.
Άλλοι φέρνουν χαρά, άλλοι σε κάνουν πιο δυνατή.
Κι ύστερα, μετά από σιωπή, πρόσθεσε:
Η υπομονή είναι καλή, αλλά η ζωή είναι πολύ μικρή για να ανέχεσαι για πολύ καιρό αυτό που σε πληγώνει.







