Ήταν Παρασκευή, ώρα μεσημεριού, κι αφού έφαγε λίγο χυλό από κεχρί και τον κατέβασε με γάλα, σκούπισε το στόμα της με την ποδιά της, κοίταξε από το τζάμι του κουζινικού παραθύρου κάπου μακριά και είπε με φωνή καθημερινή, χωρίς καμιά χροιά:
— Βάλια! Μεθαύριο θα πεθάνω, την Κυριακή, λίγο πριν από τη λειτουργία.

Η κόρη της, η Βαλεντίνα, την ώρα που τακτοποιούσε τις κατσαρόλες πάνω στη σόμπα, πάγωσε για μια στιγμή, έπειτα γύρισε απότομα όλο της το σώμα προς τη μάνα της και κάθισε στο σκαμνί, κρατώντας στο χέρι το πανί.
— Μα τι είναι αυτά που σκέφτηκες;
— Ήρθε πια το τέλος, όλα τελειώσανε, έζησα, αρκετά.
Θα με βοηθήσεις να πλυθώ, να βγάλεις τα καινούργια ρούχα από τον σάκο που ’χω φυλαγμένο για τον θάνατό μου.
Ε, αυτά θα τα κουβεντιάσουμε μετά· ποιος θα με θάψει, ποιος θα σκάψει τον τάφο μου, έχουμε ακόμα καιρό.
— Δηλαδή, πρέπει να ειδοποιήσω όλους, για να προλάβουν να έρθουν να σε αποχαιρετήσουν;
— Ναι, ναι, οπωσδήποτε να τους πεις, θα τους μιλήσω κι εγώ.
— Θέλεις να τα εξομολογηθείς όλα πριν φύγεις; Σωστά, έτσι πρέπει να μάθουν.
Η γερόντισσα έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι και στηριζόμενη στο χέρι της κόρης της περπάτησε με μικρά βήματα προς το κρεβάτι της.
Ήταν μικρόσωμη, αδύνατη, με προσωπάκι σαν ξεροψημένο μήλο, γεμάτο ρυτίδες, μα τα μάτια της ζωντανά, λαμπερά.
Τα μαλλιά της λιγοστά, γκρίζα, χτενισμένα ίσια, μαζεμένα σε κότσο στο σβέρκο, στερεωμένα με ένα χτενάκι και καλυμμένα με ένα λευκό βαμβακερό μαντίλι.
Αν και είχε καιρό να ασχοληθεί με τις δουλειές του σπιτιού, φορούσε ακόμα την ποδιά από συνήθεια και ακουμπούσε πάνω της τα κουρασμένα της χέρια, με τις φαρδιές παλάμες και τα κοντά, χοντρά δάχτυλα, σαν να τα είχε πλατύνει πλάστης.
Είχε μπει στο ογδοηκοστό ένατο έτος της.
Και να που αποφάσισε να πεθάνει.
— Μάνα! Θα πάω στο ταχυδρομείο να στείλω τηλεγραφήματα, εντάξει;
— Καλά, καλά, πήγαινε με τον Θεό.
Μόνη της πια, η γιαγιά Μάνια βυθίστηκε σε σκέψεις.
Το μυαλό της γύρισε πίσω, στα χρόνια της νιότης.
Να που κάθεται με τον Στέπαν κοντά στο ποτάμι, μασάει ένα χορταράκι κι εκείνος της χαμογελά τρυφερά.
Θυμήθηκε τον γάμο της.
Μικροκαμωμένη, όμορφη, με ανοιχτόχρωμο φόρεμα από κρεπ-σατέν, μπήκε η νύφη στο χορό κι άρχισε να χτυπά ρυθμικά το πόδι στον ήχο της φυσαρμόνικας.
Η πεθερά, βλέποντας την εκλεκτή του γιου της, είπε τότε:
— Τι καλό θα βγει απ’ αυτή στο νοικοκυριό; Είναι μικροσκοπική, και ποιος ξέρει αν θα κάνει παιδιά.
Μα δεν είχε πέσει μέσα.
Η Μάσα αποδείχτηκε εργατική και ανθεκτική.
Στο χωράφι και στον κήπο δούλευε ισάξια με τους άλλους, δεν προλάβαιναν να την ακολουθήσουν, πολλά μεροκάματα κέρδιζε, ήταν πρότυπο εργάτρια, πάντα μπροστά.
Όταν άρχισαν να χτίζουν το σπίτι, ήταν η πρώτη βοηθός του Στέπαν· να φέρει, να κρατήσει, να στηρίξει.
Με τον άντρα της ζούσαν αρμονικά, ψυχή με ψυχή, όπως λένε.
Έναν χρόνο μετά, στο καινούριο σπίτι, γέννησε η Μάσα την κόρη τους, τη Βαλούσκα.
Όταν η μικρή έγινε τεσσάρων χρόνων και σκεφτόντουσαν για δεύτερο παιδί, ξέσπασε ο πόλεμος.
Στις πρώτες μέρες επιστράτευσαν τον Στέπαν.
Θυμούμενη την αναχώρησή του για το μέτωπο, η γιαγιά Μάνια αναστέναξε βαθιά, σκούπισε με την ποδιά τα δακρυσμένα μάτια και ψιθύρισε:
— Γεράκι μου αγαπημένο, πόσο σε θρήνησα, πόσα δάκρυα έχυσα! Ο Θεός ας σου δώσει τον Παράδεισο και αιώνια ανάπαυση! Σύντομα θα ανταμώσουμε, περίμενέ με λίγο!
Τις σκέψεις της διέκοψε η επιστροφή της κόρης της.
Δεν ήρθε μόνη· μαζί της έφερε τον τοπικό γιατρό, που θεράπευε όλο σχεδόν το χωριό.
— Πώς είστε, γιαγιά Μάνια, σας πείραξε κάτι;
— Τίποτα, τίποτα, δεν παραπονιέμαι ακόμα.
Εκείνος την εξέτασε, της μέτρησε την πίεση, της έβαλε θερμόμετρο· όλα φυσιολογικά.
Πριν φύγει, παίρνοντας την Βαλεντίνα παράμερα, της είπε σιγανά:
— Μάλλον έχει φτάσει στα όρια η ζωτική της δύναμη. Η επιστήμη δεν το αποδεικνύει, μα φαίνεται πως οι γέροντες νιώθουν πότε θα φύγουν.
Κάνε κουράγιο και ετοιμάσου σιγά-σιγά. Τι θες να γίνει; Η ηλικία!
Το Σάββατο η Βαλεντίνα έλουσε τη μητέρα της στο λουτρό, την έντυσε με καθαρά ρούχα κι εκείνη ξάπλωσε στο στρωμένο κρεβάτι, καρφώνοντας τα μάτια της στο ταβάνι, σαν να δοκίμαζε την ερχόμενη κατάσταση.
Μετά το φαγητό άρχισαν να φτάνουν τα παιδιά.
Ο Ιβάν, βαρύς, παχουλός, μισοφαλακρός άντρας, μπαίνοντας θορυβωδώς στο σπίτι, έφερε μαζί του μια τσάντα με καλούδια.
Ο Βασίλης και ο Μιχαήλ, δίδυμοι αδελφοί, μελαχρινοί, με γαμψές μύτες, μπήκαν στο κατώφλι, ερχόμενοι με το αυτοκίνητο από την πόλη, κοιτάζοντας με ανησυχία την αδελφή τους, σαν να ρωτούσαν με τα μάτια: πώς είναι;
Η Τόνια, πολύ παχουλή, με καλοσυνάτο πρόσωπο όπως συχνά έχουν οι γεμάτοι άνθρωποι, έφτασε με το λεωφορείο από τη διπλανή επαρχία, όπου ζούσε με την οικογένειά της.
Και τελευταία, σχεδόν βραδάκι, ήρθε η Ναντέζντα· ήρθε με το τρένο, πήρε ταξί από τον σταθμό.
Λεπτή, κοκκινομάλλα, διευθύντρια σχολείου από την περιφέρεια.
Με σκυθρωπά πρόσωπα, σκουπίζοντας τη μύτη τους με μαντίλια και σβήνοντας τα δάκρυα, έμπαιναν στο σπίτι, πηγαίνοντας κατευθείαν στη μητέρα, που έμοιαζε μικρή και αδύναμη πάνω στο μεγάλο κρεβάτι.
Την φιλούσαν, της κρατούσαν το χέρι και με κρυφή ελπίδα κοίταζαν βαθιά στα μάτια της, ρωτώντας:
— Μαμά, τι σκέφτηκες; Θα ζήσεις κι άλλο, είσαι δυνατή.
— Ήμουν, μα όλες οι δυνάμεις έφυγαν, — απαντούσε η γιαγιά Μάνια, σφίγγοντας τα χείλη και αναστενάζοντας βαριά.
— Ξεκουραστείτε τώρα, αύριο θα μιλήσουμε, μη φοβάστε, πριν τη λειτουργία δεν θα πεθάνω, — πρόσθετε για να τους καθησυχάσει.
Τα παιδιά, με δυσπιστία, απομακρύνονταν από τη μητέρα και συζητούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους τα καθημερινά ζητήματα.
Κι αυτοί άλλωστε δεν ήταν πια νέοι, συχνά αρρώσταιναν, και χαιρόντουσαν που η Βαλεντίνα έμενε πάντα με τη μητέρα, ώστε να μπορούν να είναι ήσυχοι γι’ αυτήν.
Μόλις έφτασαν στο πατρικό, από παλιά συνήθεια άρχισαν αμέσως να βοηθούν στις δουλειές του σπιτιού.
Όλα εκεί ήταν γνώριμα και αγαπημένα, το σπίτι της παιδικής τους ηλικίας.
Ο Μιχαήλ με τον Βασίλη έκοβαν ξύλα και τα στοίβαζαν στη σκεπή, ο Ιβάν κουβαλούσε νερό από την αντλία στο βαρέλι, η Αντονίνα πήγε να ταΐσει τα ζώα, ενώ η Βαλεντίνα με τη Νατζέντα ετοίμαζαν το βραδινό φαγητό.
Ύστερα, μαζεμένα όλα τα παιδιά της γιαγιάς Μάνιας στην κουζίνα, γύρω από το μεγάλο τραπέζι, μιλούσαν σιγά, κι εκείνη, με το βλέμμα καρφωμένο στο λευκό ταβάνι σαν σε οθόνη, άρχισε να βλέπει μπροστά της όλη της τη ζωή.
Στον πόλεμο ήταν πολύ δύσκολα — κρύο, στέρηση και πείνα.
Την άνοιξη πήγαινε στα χωράφια, έσκαβε μικρές, παγωμένες από το φθινόπωρο, μαυρισμένες πατάτες, τις έτριβε και έφτιαχνε τηγανίτες.
Ευτυχώς είχε βρει στο παραθύρι του λουτρού ένα μικρό μπουκαλάκι με λινέλαιο.
Πριν από τον πόλεμο το χρησιμοποιούσε για να μαλακώνει τις σκληρές φτέρνες μετά το μπάνιο.
Της στάθηκε τύχη — έριχνε τώρα λίγες σταγόνες στο τηγάνι.
Κι εκείνη τη μικρή προμήθεια πατάτας που είχε στο κελάρι την φύλαγε και δεν την άγγιζε.
Όταν ήρθαν οι ζεστές μέρες του Μάη, φύτεψε σχεδόν μόνο τις φλούδες με τα μάτια — παραπάνω δεν μπορούσε να τολμήσει, λες και ένιωθε πως ο πόλεμος θα τραβούσε και η δυστυχία θα συνεχιζόταν.
Μάζευε άγρια χόρτα — σκόρδο του δάσους, λάπαθο, λουβουδιά, τσουκνίδα — όλα γίνονταν τροφή.
Στα παιδιά ξαναέφτιαχνε ρούχα από τα δικά της, κι όταν, έναν χρόνο μετά την αρχή του πολέμου, ήρθε το χαρτί του θανάτου για τον Στεπάν, έραβε και από τα δικά του ρούχα.
— Τι να κάνεις, έτσι είναι η ζωή! — σταμάτησε τις αναμνήσεις της με βαρύ αναστεναγμό η γιαγιά Μάνια.
Προς το φθινόπωρο έσκαβε τις πατάτες, τις έβραζε και, γεμίζοντας τα πήλινα δοχεία, τις σκέπαζε με παλιά μαντίλια.
Παίρνοντας μαζί λίγα αγγουράκια τουρσί και λίγο φρέσκο κρεμμυδάκι, περπατούσε πέντε βέρστια ως τον σταθμό για να ανταλλάξει με τους ταξιδιώτες τρόφιμα και άλλα αγαθά.
Οι περαστικοί, που είχαν νοσταλγήσει το σπιτικό φαγητό, δέχονταν με χαρά την ανταλλαγή.
Όταν συναντούσε στρατιωτικό τρένο, τύχαινε να βρει κονσέρβα κρέατος, λίγο λίπος, κι αν ήταν τυχερή ακόμα και ζάχαρη — χαρά για τα παιδιά!
Αδύνατα, χλωμά, περίμεναν τη μητέρα με βλέμμα γεμάτο ελπίδα.
Κάποτε, προς το τέλος του πολέμου, η Μαρία αποφάσισε να αγοράσει κατσίκα.
Έψαξε στους μπαούλους και έβγαλε από εκεί τα πολύτιμα φυλαγμένα — το καινούριο βαρύ κοστούμι του άντρα της και το γιορτινό της φόρεμα από κρεπ ντε σιν.
Δακρύζοντας πάνω τους, πρόσθεσε κι ένα ζευγάρι ασημένια σκουλαρίκια με τιρκουάζ και έναν πίνακα με κύκνους που έπλεαν στη λίμνη.
Όλο αυτό το θησαυρό τον έδωσε για μια νεαρή και πεισματάρα κατσικούλα.
Και τότε τα παιδιά της είχαν γάλα — τι ευτυχία!
Σε έναν μήνα τα μικρά είχαν ήδη ζωηρέψει, κι ένα ροδαλό χρώμα είχε επιστρέψει στα μάγουλά τους.
Ναι, ταλαιπωρήθηκε πολύ μόνη της με τα παιδιά.
Άλλοτε στο σχολείο εμφανίζονταν προβλήματα, άλλοτε οι ασθένειες έπεφταν η μία μετά την άλλη.
Ο Βασιλάκης κόλλησε ανεμοβλογιά και μόλυνε και τους υπόλοιπους.
Και γέλιο και λύπη: όλο το σπίτι σαν τεράριο γεμάτο παιδιά, αλειμμένα με πράσινο, σαν πιτσιλωτά βατραχάκια.
Μία φορά έσπαγε κάποιος το πόδι του, άλλη φορά σε καβγά μάτωνε το κεφάλι — για τον καθένα πονούσε η καρδιά της.
Θυμόταν, όταν μόλις τέλειωσε ο πόλεμος και γύρισαν οι στρατιώτες, τα αγόρια της άρχισαν να βρίζουν με βαριές κουβέντες και να καπνίζουν κρυφά μαχαίρι πίσω από τις αποθήκες.
Αναγκάστηκε να δείξει σκληράδα.
Με πονηριά τράβηξε τον Βάνια, τον Βάσια και τον Μίσα στο λουτρό, τάχα πως χρειαζόταν βοήθεια, τους κλείδωσε μέσα και τους τάισε σπιτικό καπνό, δυνατό και καυστικό.
Ούρλιαζαν, έφτυναν, αλλά από τότε δεν τους έπιασε ποτέ ξανά να καπνίζουν.
Και τι να έκανε, αφού άντρας δεν υπήρχε στο πλευρό της;
Φοβόταν για τα παιδιά με όλη της την ψυχή!
Άλλοτε ο Βάνια χάθηκε στο δάσος και όλο το χωριό τον έψαχνε μια ολόκληρη μέρα, άλλοτε η Τοσία παραλίγο να πνιγεί στον στρόβιλο του ποταμού, κι ο Μίσα με σκωληκοειδίτιδα μόλις πρόλαβαν να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο — και τελικά σώθηκε.
Και πάλι, αναστενάζοντας βαριά, συλλογιζόταν:
— Τέτοια είναι η μοίρα!
Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά μεγάλωναν.
Στην Μάσα έκαναν πρόταση γάμου καλοί άντρες, άξιοι άνθρωποι, αλλά πώς να το πει στα παιδιά;
Μια φορά άνοιξε κουβέντα, κι αυτά με μια φωνή:
— Γιατί να μπει ξένος άντρας στο σπίτι; Εμείς σε ακούμε, σε βοηθάμε σε όλα, περνάμε καλά κι αγαπημένα.
Πώς να τους εξηγήσει ότι της έλειπε η αντρική τρυφερότητα, ότι ήθελε να νιώθει αδύναμη, να στηρίζεται, να ακουμπάει τα βάρη σε δυνατούς ώμους;
Ότι λαχταρούσε να έχει στήριγμα δίπλα της, να κρυφτεί πίσω από την πλάτη κάποιου όταν δεν άντεχε άλλο;
Μα αμέσως ερχόταν άλλη σκέψη:
— Κι αν αρχίσει να κακομεταχειρίζεται τα παιδιά; Μακριά κι αγαπημένοι! — κι έδινε η ίδια την απάντηση.
Κι όταν μπήκαν στην εφηβεία — κράτα γερά!
Άγρυπνες νύχτες στο παράθυρο, γεμάτη αγωνία για τις συναντήσεις τους, πικρά δάκρυα από απογοητεύσεις στις αγάπες τους.
— Μη δακρύζεις, κόρη μου, δεν θα σε δώσω μακριά, έστω και για κότες, αρκεί να μείνεις στη δική μας γειτονιά, — αγκαλιάζοντας την Νατούσκα που υπέφερε από ανεκπλήρωτο έρωτα, προσπαθούσε να την παρηγορήσει με παροιμία. — Μην στεναχωριέσαι, όλα θα περάσουν, σαν το αλεύρι που κοσκινίζεται.
Ύστερα οι γιοι της ο ένας μετά τον άλλον πήγαν στρατό.
Τους ξεπροβόδιζε θυμούμενη τα χρόνια του πολέμου, με δάκρυα στα μάτια.
Μα, δόξα τω Θεώ, όλοι γύρισαν ζωντανοί, γεροί, δυνατοί.
Παντρεύτηκαν, έφτιαξαν οικογένειες, κι έφυγαν από τη φωλιά τα παιδιά της.
Μόνο η Βαλεντίνα δεν τα κατάφερε να φτιάξει τη δική της ζωή και έμεινε κοντά στη μάνα της.
— Έτσι είναι η ζωή!
Φυσικά, υπήρχαν και χαρές στην οικογένεια.
Μεγάλωσε τα παιδιά της έντιμους ανθρώπους, με χρυσά χέρια.
Δεν είναι αυτό χαρά;
Καμάρωνε για κείνα.
Με τα βλέφαρα μισόκλειστα, η γιαγιά Μάνια ξάπλωνε ήσυχη, οι σκέψεις την νανούριζαν, έπαψαν να την ταράζουν με φρικτές εικόνες του μακρινού παρελθόντος, κι αποκοιμήθηκε κάτω από τους χαμηλούς ψιθύρους των παιδιών της στην κουζίνα.
Το επόμενο πρωί, μετά το πρωινό, όλα τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω της.
Της έβαλαν δυο μαξιλάρια πίσω από την πλάτη για να νιώθει άνετα.
Με ένα επίμονο βλέμμα, λες και έπαιρνε μεγάλη απόφαση, η γιαγιά Μάνια άρχισε να μιλά:
— Συγχωρέστε με για το όνομα του Θεού, παιδιά μου, αν έκανα κάτι στραβό.
Τα λέω για να μην μείνει κακία ούτε πίκρα.
Να ζείτε αγαπημένοι, να βοηθάτε ο ένας τον άλλον.
Εμένα δεν μου μένει πολύς καιρός.
Όλοι μαζί διαμαρτυρήθηκαν, κουνούσαν χέρια, μα εκείνη τους έκοψε αυστηρά:
Θέλετε δεν θέλετε, όπως αποφασίσει ο Θεός, έτσι θα γίνει.
Έπεσε σιωπή.
Μετακινώντας το βλέμμα της από τον έναν στον άλλον, η γιαγιά Μάνια ήσυχα άρχισε να διηγείται:
— Στην αρχή του πολέμου, τον χειμώνα, ήμασταν με την Βαλιούσκα στο σπίτι, πάνω στη σόμπα, κι εκείνη μου λέει:
— Μαμά, κάποιος χτυπάει την πόρτα και φωνάζει.
Πήγα να δω.
Θεέ μου!
Στην αυλή ήταν ξαπλωμένο ένα μωρό και έκλαιγε, κι ούτε ψυχή κοντά του.
Κοίταξα, ξανακοίταξα: παγωνιά, χιονιά, και το λυπήθηκα, το πήρα μέσα.
Πεινασμένο, μελανιασμένο το παιδί.
Έφτιαξα μπουκίτσα ψωμί τυλιγμένη σε πανί, του έδωσα χλιαρό νεράκι — κι αποκοιμήθηκε.
Η μάνα του ποτέ δεν φάνηκε.
Τον ονομάσαμε Βάνια.
Έξυπνο παιδί βγήκε.
Ύστερα, κάπου το ’42, τον βαρύ χειμώνα, στον σιδηροδρομικό σταθμό είδα ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε, σχεδόν σαν τη δικιά μου Βάλια.
Καθόταν κι η μάνα της πουθενά.
Περίμενα μαζί της δυο ώρες, αλλά κανείς δεν ήρθε.
Ρώτησα εδώ κι εκεί, κανείς δεν ήξερε.
Τα μαγουλάκια της είχαν παγώσει, άσπρισαν.
Ρώτησα τ’ όνομά της, έκλαιγε σιωπηλή.
Αργότερα έμαθα: Τόνια την έλεγαν.
Καλό κορίτσι, γλυκό.
Κι ύστερα, το ’43, έφεραν με φορτηγό στο χωριό παιδάκια.
Έλεγαν πως οι Γερμανοί βομβάρδισαν φάλαγγα, τα πήγαιναν στα μετόπισθεν.
— Ποιος θα τα πάρει; — φώναζε ο πρόεδρος. — Έμειναν καμιά εικοσαριά, στα άλλα χωριά τα μάζεψαν. Λυπηθείτε τα ορφανά!
Μα ποιος να τα πάρει, αφού ούτε τα δικά μας δεν είχαμε να ταΐσουμε;
Κοιτάζω: δυο ίδια παιδάκια, δίδυμα δυο-τριών χρονών, σφιχταγκαλιασμένα, με μάτια τεράστια, να κλαίνε.
Λέω στον πρόεδρο:
— Γράψ’ τα σε μένα, ο Βασίλης κι ο Μιχάλης θα ’ναι δικά μου, θα τα καταφέρουμε.
Έτσι κι έγινε.
Αδερφικά παιδιά, πάντα μαζί.
Μετά από λίγη σιωπή, παίρνοντας ανάσα, συνέχισε η γιαγιά Μάνια:
— Και την Νατάσα την πήρα από τη μεθυσμένη μάνα της.
Την είχε ρημάξει το πιοτό, γιατί ο άντρας της σκοτώθηκε.
Σύρθηκε από καπηλειό σε καπηλειό και το κοριτσάκι το κουβαλούσε μαζί της.
Όταν πήρα εγώ την μικρή, εκείνη εξαφανίστηκε.
Λέγανε πως κατέληξε να πεθάνει από το ποτό.
Η μικρή είχε υποφέρει, δεν άνοιγε εύκολα η ψυχούλα της, μα ο χρόνος όλα τα γιατρεύει.
Στο δωμάτιο επικράτησε σιγαλιά.
Τα παιδιά κοίταζαν το ένα τ’ άλλο, μην ξέροντας τι να πουν.
— Φτάνει, πηγαίνετε, κουράστηκα, θα ξαπλώσω λίγο, — έκλεισε τη συζήτηση η γιαγιά Μάνια.
— Μαμά, πώς γίνεται; Δεν ξέραμε τίποτα! — αναφώνησαν όλα μαζί.
— Πηγαίνετε τώρα, πηγαίνετε, — επέμενε εκείνη.
Έμοιαζε σαν να ντρεπόταν να ακούσει λόγια ευγνωμοσύνης από τα παιδιά, σαν να απέφευγε τις ερωτήσεις τους.
Όλοι βγήκαν στην κουζίνα, συζητούσαν όσα άκουσαν, μοιράζονταν εντυπώσεις, θυμούνταν ξεχασμένα πράγματα, λεπτομέρειες που επανήλθαν στη μνήμη.
Δεν αισθάνονταν ξένοι, το αντίθετο — ζεστασιά και θαλπωρή κυριαρχούσε στο σπίτι, τα παιδικά τους χρόνια φαίνονταν ευτυχισμένα.
Κι αν προέκυπταν απορίες στη ζωή, η μάνα πάντα τις έκοβε με τα λόγια:
— Όλα δικά μου παιδιά, σαν ένα. Μην μου ζαλίζετε το κεφάλι, ασχοληθείτε με τη δουλειά.
Η Βαλεντίνα μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο της μάνας, για να της στρώσει καλύτερα το πάπλωμα.
Εκείνη ήταν ξαπλωμένη, με τα μάτια ορθάνοιχτα να κοιτούν το ταβάνι, κι ένα γαλήνιο, ευτυχισμένο χαμόγελο παγωμένο στο πρόσωπό της.
Είχε φύγει.







