Η γιαγιά Άνια ήπιε το ξινόγαλο, προσευχήθηκε και ετοιμάστηκε να κοιμηθεί.

Τα γόνατά της πονούσαν σήμερα πιο πολύ από το συνηθισμένο.

Το αλκοολούχο αλοιφή δεν βοηθούσε και το αλοιφάκι τελείωσε.

Αχ, τι ζωή…

Τα μάτια της έβλεπαν λίγο θολά, η πλάτη της είχε πιαστεί, τα γόνατά της πονούσαν.

Και πότε θα την πάρει ο Θεός κοντά του…

Η γιαγιά Άνια ήπιε το ξινόγαλο, προσευχήθηκε και ετοιμάστηκε να κοιμηθεί.

Τα γόνατά της πονούσαν σήμερα πιο πολύ από το συνηθισμένο.

Το αλκοολούχο αλοιφή δεν βοηθούσε και το αλοιφάκι τελείωσε.

Αχ, τι ζωή…

Τα μάτια της έβλεπαν λίγο θολά, η πλάτη της είχε πιαστεί, τα γόνατά της πονούσαν.

Και πότε θα την πάρει ο Θεός κοντά του…

Εκεί ήταν ο άντρας της, ο Βάνια, ο γιος της, ο Στέπα, οι γονείς της, κι εκείνη καθόταν μόνη της, λυπημένη και πολύ μόνη.

Καμία χαρά στη ζωή.

Ο γέρος σκύλος στο μπουλούκι και η γάτα Βάσκα, όλη η οικογένειά της…

Ξαφνικά άκουσε το τριξίμο της πόρτας.

Ξέχασε πάλι να κλειδώσει το βράδυ.

Ακούστηκαν βαρύβοες βηματισμοί.

— Φέρε τα λεφτά, γιαγιά! — φώναξε δυνατά κάποιος.

Ένας άντρας μπήκε στο δωμάτιο, το πρόσωπό του φαινόταν αχνά.

— Αγαπητέ, μη φωνάζεις έτσι, δεν είμαι κουφή.

Προς το παρόν.

Λες λεφτά; Από τη σύνταξη κάτι έμεινε στο πορτοφόλι, κοίτα εκεί στο ντουλάπι, στο πάνω ράφι.

Ο άντρας στάθηκε ακίνητος.

Σιωπηλός.

— Τι στέκεσαι; Πάρε τα λεφτά αφού ήρθες.

Φαίνεται πως είσαι πολύ άσχημα, κατάρα.

Φαίνεται πως τα χρήματα τα χρειάζεσαι εσύ.

Εγώ δεν θέλω πολλά, έχω ψωμί, δημητριακά, θα τα βγάλω κάπως πέρα…

Μήπως πεινάς; Θα φας βραδινό; Έχω ροζ ντομάτες, νόστιμες, μου τις έδωσε η γειτόνισσα.

Θα ‘κοβα λίπος, αλλά δεν έχω.

Δεν τρώω, η πίεση μου ανεβοκατεβαίνει.

Ο άντρας άνοιξε το πορτοφόλι.

Έπειτα το έκλεισε, χωρίς να πάρει τίποτα.

— Γιαγιά, εγώ… Δεν θα πάρω λεφτά.

Αλλά να φάω δεν αρνούμαι…

— Πώς σε λένε; Άσε να μιλήσουμε αφού μπήκες.

Σπάνια κάποιος με επισκέπτεται, μόνο η γειτόνισσα Κλάβα και ο ταχυδρόμος.

Νιώθω μοναξιά και λύπη.

Είναι όλα πολύ άσχημα για σένα, γιε;

— Άσχημα, γιαγιά… Πρόσφατα βγήκα από τη φυλακή.

Δεν έχω που να μείνω, οι γονείς μου δεν ζουν, η πρώην γυναίκα μου ζει ευτυχισμένη στην πόλη, δεν με χρειάζεται ούτε εκείνη ούτε η κόρη μου.

Με λένε Βίκτορ…

Η γιαγιά Άνια σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο ψυγείο.

Έβγαλε ντομάτες και ένα κομμάτι τυρί.

Έκοψε ψωμί και έβαλε ξινόγαλο.

— Πάρε, Βιτένκα, σε παρακαλώ, είναι όλα φρέσκα.

Λες πως δεν τον χρειάζεσαι.

Μάλλον τότε έκανες φασαρία, σε πείραξε πολύ.

Γιατί καθόσουν μέσα;

— Για καβγά.

Ήμουν μεθυσμένος και έκανα χαζομάρες… Η γυναίκα με άφησε αμέσως και παντρεύτηκε.

Δεν ήρθε ούτε μια φορά να με δει… Πούλησε το σπίτι μας, ήταν στο όνομά της, τώρα είμαι άστεγος.

Έφτασα στο σημείο να ληστεύω γιαγιάδες…

Ο Βίκτορ έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια και έκλαψε.

— Κλάψε, γιε μου, θα νιώσεις καλύτερα.

Ο γιος μου ο Στέπα πέθανε, έκλαψα πολύ.

Μετά άρχισε να μου φαίνεται στα όνειρα και μου έλεγε: μητέρα, με πνίγεις στα δάκρυα, σταμάτα, εδώ είναι υγρό για μένα.

Κι εγώ σταμάτησα.

Τι νόημα έχει να κλαίω;

Η μόνη ελπίδα είναι ότι σύντομα θα δω τους αγαπημένους μου, αλλά ο Θεός δεν έχει αποφασίσει ακόμα να με πάρει.

Έτσι ζω όπως γίνεται.

Περιμένω την ώρα μου.

Δεν θέλω τίποτα, ο φράχτης είναι στραβός, τα δέντρα στον κήπο έχουν μεγαλώσει πολύ, ο λαχανόκηπος έχει αγριέψει, κι εγώ δεν ασχολούμαι.

Για ποιον να προσπαθήσω; Και με λένε Άννα, αν θες.

Γιαγιά Άνια.

Ο Βίκτορ σκούπισε το πρόσωπό του με το μανίκι, κάθισε στο τραπέζι και άρχισε να τρώει με λαιμαργία τις ντομάτες, τις αλάτιζε και δάγκωνε, πίνει ξινόγαλο.

— Αν θες, μείνε να κοιμηθείς εδώ.

Έχω ένα κρεβάτι ελεύθερο.

Νιώθω πως είσαι καλός άνθρωπος, αλλά η ψυχή σου είναι πληγωμένη.

Πρέπει να στεριώσεις κάπου, να βρεις δουλειά.

Ξέρεις, η δουλειά γιατρεύει.

Το νόημα της ζωής εμφανίζεται, πρέπει να ωφελείς τους ανθρώπους.

Και μη κάνεις κακό, γιε μου, μετά θα λογοδοτήσεις για όλα…

— Ευχαριστώ, γιαγιά Άνια.

Η γιαγιά μου λέγεται Άνια, ξέρεις.

Ήταν καλή, έφτιαχνε νόστιμα πιτάκια με ψάρι.

Και τα πασχαλινά κουλούρια.

— Κι εγώ έψηνα παλιά.

Τώρα μόνο αναμνήσεις έμειναν.

Ζούσαμε δύσκολα, αλλά ευτυχισμένα.

Ο παππούς μου ήταν καλός άνθρωπος, καλός… Και ο Στέπα το ίδιο.

Ήταν χωλός από μικρός, αλλά δεν έβλαψε ποτέ κανέναν στη ζωή του.

Και πέθανε σώζοντας ένα κορίτσι.

Ένα φορτηγό τρέχοντας προς το μέρος της, αυτός το είδε, την έσπρωξε στην άκρη κι αυτός…

— Περίμενε, δεν ήταν πριν περίπου τριάντα πέντε χρόνια στη σοβχόζ Ανατολικός, εδώ κοντά;

— Ήταν, βέβαια.

Μια θεία του ζούσε εκεί, πήγαινε εκεί για διακοπές.

— Άρα με έσωσε, κατάλαβα.

Δεν ήξερα καλά κολύμπι, μπήκα στο ποτάμι και δεν μπορούσα να βγω.

Άρχισα να πνίγομαι, και ένα παιδί από την όχθη έτρεξε και με έβγαλε στην ακτή.

Θυμάμαι πως τον έλεγαν Στέπα και ήταν χωλός σε ένα πόδι.

— Αυτό λέω, είχε καλή ψυχή ο Στεπάκης… Λυπάμαι που έφυγε νωρίς, δεν άφησε οικογένεια ούτε παιδιά… Ζούσε μικρή αλλά αξιοπρεπή ζωή.

— Είχατε υπέροχο γιο! Κι όμως, ο κόσμος είναι μικρός.

Τα πόδια τον έφεραν σε εσάς, αν και με κακές προθέσεις, αλλά σίγουρα όχι άσκοπα.

Ξέρεις τι; Είμαι υπόχρεος σε εσάς.

Το καθήκον μου είναι να σας βοηθήσω.

Στη μνήμη του Στέπα.

Θα φτιάξω τον φράχτη σας και θα κόψω τα δέντρα.

Μη φοβάστε εμένα.

Δεν θα κάνω κακό.

— Μείνε εδώ, Βιτένκα.

Όλα είναι θέλημα Θεού… Μόνο υποσχέσου ότι δεν θα κάνεις ποτέ ξανά κακό σε κανέναν.

Θα ζεις έντιμα και τίμια.

— Υπόσχομαι, γιαγιά Άνια…

Ο Βίκτορ πήγε κοντά της και πήρε το ξηρό, ρυτιδιασμένο χέρι της.

Αυτή του χάιδεψε το μάγουλο.

— Ξυρισμένος… Ακριβώς σαν τον παππού μου.

Δεν του άρεσε αυτό το πράγμα.

Πήγαινε αύριο και αγόρασε ξυριστική μηχανή, πουκάμισο και παντελόνι.

Θα σου δώσω χρήματα.

Και ψάξε για δουλειά.

Στο χωριό μας χρειάζονται γερά αντρικά χέρια.

Έτσι άρχισαν να ζουν μαζί.

Ο Βίκτορ βρήκε δουλειά ως εργάτης, αγόραζε τρόφιμα, μαγείρευε.

Έβαλε τον εαυτό του σε τάξη και έμοιαζε αρκετά καλά.

Ψηλός, γεροδεμένος, με γερά, γραμμωμένα χέρια.

Έφτιαξε τον φράχτη, φρόντισε τον κήπο και το μποστάνι.

— Γιαγιά Άνια, θα φυτέψουμε πατάτες για να έχουμε δικές μας, ντομάτες, αγγούρια, λάχανα.

Όλα δικά μας θα ‘ναι!

Και θέλω να προσθέσω τουαλέτα με μπάνιο, αν μαζέψω χρήματα.

— Ευχαριστώ, γιε μου.

Θα έπρεπε να βρεις και μια γιαγιά… Κοίταξε τη πωλήτρια στο παντοπωλείο.

Μια καλή γυναίκα, η Βέρα, μόνη και αξιοπρεπής.

— Την ξέρω, είναι συμπαθητική, μου αρέσει και φαίνεται πως αρέσω κι εγώ σε εκείνη…

— Ε, μπράβο, Βιτένκα.

Και η ζωή αρχίζει να μπαίνει σε τάξη, κοίτα.

Άνθισε πραγματικά και δεν βαριέμαι πια.

Οι γειτόνισσες ψιθυρίζουν, πως έπιασε στο σπίτι έναν πρώην κρατούμενο.

Άσε να λένε.

Δεν τους αφορά… Ευχαριστώ, γιε μου, για όλα…

Μετά από μερικούς μήνες, ο Βίκτορ παντρεύτηκε τη Βέρα και την έφερε να ζήσει στη γιαγιά Άνια.

Εκείνη επέμεινε.

— Το σπίτι θα γεμίσει ζωή, εγώ ήμουν μόνη και μαραζωμένη εδώ, τώρα έχω και γιο και κόρη…

Έκαναν ανακαίνιση, η γιαγιά Άνια δεν χόρταινε.

Την αντιμετώπιζαν με σεβασμό και τιμή.

— Ζω σαν βασίλισσα… Αγοράσαμε καινούρια μαντήλια, ρόμπες, φάρμακα…

Δεν χρειάζεται να μαγειρεύω ή να καθαρίζω, κάθε μέρα είναι γιορτή μαζί σας, άρχισα να βλέπω σειρές.

Ξέρετε, ακόμα και να πεθάνω δεν θέλω.

Και σύντομα η Βερόνικα θα γεννήσει, θα είναι ευλογία στην ψυχή, θα φροντίσω το μωρό…

Η Βέρα γέννησε αγόρι.

Ο Βίκτορ αποφάσισε να τον ονομάσει Στέπαν, προς τιμήν του γιου της γιαγιάς Άνια, και η γυναίκα του δεν είχε αντίρρηση.

— Ω, αγαπημένοι μου, με συγκινήσατε πολύ.

Ο Στέπα είναι ίδιος με τον πατέρα του, το ίδιο γεροδεμένος.

Ο Θεός να του δώσει υγεία σε εκείνον και σε εσάς, αγαπημένοι μου… Βίκτορ, σου έχω γράψει διαθήκη, δεν υπάρχει άλλος…

Πραγματικά έγιναν σαν οικογένεια γι’ αυτήν.

Τόση ζεστασιά και φροντίδα έλαβε όσο έζησε μαζί τους.

Η γιαγιά Άνια πέθανε ήσυχα τη νύχτα στον ύπνο της.

Στην κηδεία ήρθαν γείτονες και γνωστοί.

— Βίκτορ, Βέρα, σας ευχαριστώ που διώξατε τη μοναξιά της.

Τα μάτια της γιαγιάς Άνια άρχισαν να λάμπουν από χαρά, πριν ήταν θαμπά, και τελευταία χαμογελούσε, φαινόταν πως ήταν ευτυχισμένη, — με δάκρυα στα μάτια ευχαρίστησε το ζευγάρι η γειτόνισσα Κλάβα.

Ο Βίκτορ ήταν ευγνώμων στη γιαγιά Άνια όλη του τη ζωή.

Τον έσωσε σε μια δύσκολη στιγμή και τον οδήγησε στο σωστό δρόμο.

Και πίστευε πως τα πόδια τον οδήγησαν στο σπίτι της όχι τυχαία.

Ο Στέπαν, μάλλον, αποφάσισε να βοηθήσει και από εκείνη την πλευρά, και τη μητέρα του και εκείνον…