Μέναμε σε ένα διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια για δέκα χρόνια.
Η μαμά μου ήταν πάντα απασχολημένη με την επιχείρησή της.

Μερικές φορές βοηθούσαμε εγώ και ο αδερφός μου, αλλά πάντα υπήρχε πολύ δουλειά.
Τελικά, έφερε δύο μικρά κορίτσια από το χωριό να μείνουν μαζί μας, για να τη βοηθούν στις πωλήσεις.
Όταν δεν ήταν απασχολημένα με τη δουλειά της μαμάς, βοηθούσαν στο σπίτι με τις δουλειές.
Όταν έφυγα για το πανεπιστήμιο, το μέρος της δουλειάς που έκανα εγώ έμεινε χωρίς επίβλεψη, γι’ αυτό η μαμά έφερε μια μακρινή ξαδέρφη για να βοηθήσει.
Μια μέρα η μαμά με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Η ξαδέρφη σου, η Κάρολ, λέει ότι ο αδερφός σου προσπαθεί να κοιμηθεί μαζί της. Το πιστεύεις αυτό;»
Έκανα γέλια δυνατά μέσα μου.
Δεν υπήρχε περίπτωση ο μικρότερος αδερφός μου να έκανε κάτι τέτοιο.
Είπα στη μαμά ότι η ξαδέρφη μας πιθανώς έφτιαχνε ιστορίες.
Τόσο πολύ εμπιστευόμουν τον αδερφό μου.
Ήταν έντιμος και ευλαβής άνθρωπος, γι’ αυτό δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα προσπαθούσε να αμαρτήσει ή να παρενοχλήσει κάποιον.
Παρά την αμφιβολία μου, οι γονείς μου πήραν το θέμα σοβαρά και του είπαν να κρατηθεί μακριά από το κορίτσι.
Όταν γύρισα διακοπές, μίλησα μαζί του για το θέμα.
Δεν προσπάθησα να μάθω αν οι κατηγορίες ήταν αληθινές.
Ήδη είχα αποφασίσει πως ήταν αθώος.
Έτσι απλά αστειεύτηκα μαζί του γι’ αυτό και του είπα: «Μην δίνεις σημασία σε εκείνο το κορίτσι.
Απλώς προσπαθεί να μας δημιουργήσει προβλήματα.»
Λίγο αργότερα, η ξαδέρφη μας αποφάσισε να μην μείνει πια μαζί μας.
Οι γονείς μας δεν προσπάθησαν να την κρατήσουν, ούτε κι εμείς τα παιδιά.
Μια μέρα γύρισα από μια εκκλησιαστική εκδήλωση και βρήκα ένα από τα κορίτσια που έμεναν μαζί μας σε μελαγχολική διάθεση.
«Τι έχεις; Είσαι άρρωστη;» τη ρώτησα.
Έκανε αρνητικό νεύμα και άρχισε να κλαίει.
Πριν μιλήσει, πήρε το χέρι μου και με οδήγησε σε ένα απομονωμένο μέρος του σπιτιού μας.
Κάθε ίχνος αγάπης που είχα ακόμα για τον αδερφό μου πέθανε εκείνη την ημέρα.
Όταν είπα στους γονείς μου τι μου είπε το κορίτσι, απογοητεύτηκαν πολύ.
Αποφάσισαν να κρατήσουν τα κορίτσια και όλα τα άλλα κορίτσια στη ζωή μας μακριά του.
Τελικά μετακομίσαμε σε ένα μεγαλύτερο σπίτι.
Όλοι μετακόμισαν, εκτός από τον αδερφό μου.
Η μητέρα μου αρνήθηκε να τον αφήσει να μας ακολουθήσει.
Του μίσθωσε ένα μέρος να ζει.
Είπε: «Πάντα θα χρειάζομαι κόρες ανθρώπων να με βοηθούν στην επιχείρηση και στο σπίτι.
Δεν μπορώ να τις φέρω σπίτι όταν ξέρω ότι ο γιος μου θα τις βιάσει.
Γι’ αυτό πρέπει να ζήσει μόνος του.»
Όλοι ανακουφιστήκαμε με την απόφασή της, γι’ αυτό κανείς δεν αντέδρασε.







